Ψυχοσεξουαλικές Διαταραχές
Η σεξουαλική λειτουργία περιλαμβάνει κατά κανόνα 4 φάσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ποικίλα σωματικά και ψυχολογικά φαινόμενα. Οι 4 φάσεις είναι οι εξής:
- Φάση της επιθυμίας για σεξ.
- Φάση της διέγερσης (κατά την οποία τα βασικά ψυχοφυσιολογικά χαρακτηριστικά είναι η στύση στους άνδρες και η εφύγρανση του κόλπου στις γυναίκες).
- Φάση του οργασμού (που στους άνδρες συνοδεύεται από την εκσπερμάτιση).
- Φάση της αποκατάστασης (ή της “χαλάρωσης”).
Επίμονη διαταραχή σε κάποια από τις φάσεις της φυσιολογικής σεξουαλικής λειτουργίας, που προκαλεί σημαντική δυσφορία στο πάσχον άτομο και δεν οφείλεται αποκλειστικά σε σωματική νόσο, ψυχιατρική διαταραχή, φάρμακα, χρήση ουσιών ή σοβαρή ψυχοπιεστική κατάσταση (π.χ. κακοποίηση) είναι πιθανό να πληροί τα κριτήρια διάγνωσης σεξουαλικής δυσλειτουργίας. Η διαταραχή μπορεί να είναι δια βίου (να υπήρχε δηλαδή ανέκαθεν) ή επίκτητη (να εμφανίστηκε δηλαδή από μια ηλικία και μετά), γενικευμένη (να εμφανίζεται δηλαδή ανεξάρτητα από τις συνθήκες) ή καταστασιακή (να εμφανίζεται δηλαδή υπό συγκεκριμένες συνθήκες, π.χ. με συγκεκριμένο ερωτικό σύντροφο).
Οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες των γυναικών είναι οι εξής:
- Διαταραχή σεξουαλικού ενδιαφέροντος/σεξουαλικής διέγερσης.
- Διαταραχή οργασμού.
- Διαταραχή γεννητικού-πυελικού πόνου/διείσδυσης.
Οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες των ανδρών είναι οι εξής:
- Διαταραχή υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας.
- Διαταραχή στύσης.
- Πρόωρη εκσπερμάτιση.
- Καθυστερημένη εκσπερμάτιση.
Η συχνότητα των σεξουαλικών δυσλειτουργιών ποικίλλει και εξαρτάται όχι μόνο από το είδος της διαταραχής αλλά και από άλλους παράγοντες, όπως η ηλικία και το κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο.
Στις γυναίκες οι συχνότερα εμφανιζόμενες διαταραχές είναι η διαταραχή σεξουαλικού ενδιαφέροντος/σεξουαλικής διέγερσης και η διαταραχή οργασμού οι οποίες παρουσιάζονται σε ποσοστό 10% περίπου ή κάθε μία. Η διαταραχή σεξουαλικού ενδιαφέροντος/σεξουαλικής διέγερσης εκδηλώνεται συνήθως μετά την εμμηνόπαυση, ενώ η διαταραχή οργασμού είναι συχνότερη στις νέες και σεξουαλικά άπειρες γυναίκες. Η διαταραχή γεννητικού-πυελικού πόνου/διείσδυσης φαίνεται πως είναι σπανιότερη και ο επιπολασμός της εκτιμάται σε περίπου 3%.
Στους άνδρες οι συχνότερα εμφανιζόμενες διαταραχές είναι η διαταραχή στύσης και η πρόωρη εκσπερμάτιση. Υπολογίζεται ότι περίπου ένας στους τρεις άνδρες θα εμφανίσει μια από τις δύο διαταραχές κατά τη διάρκεια της ζωής του. Η συχνότητα της διαταραχής στύσης αυξάνεται όσο αυξάνεται και η ηλικία, σε αντίθεση με την πρόωρη εκσπερμάτιση που συχνά εκδηλώνεται στη νεαρή ενήλικη ζωή. Η διαταραχή υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας είναι σπάνια και ο επιπολασμός της εκτιμάται ότι είναι μικρότερος του 1%.
Η αιτιοπαθογένεια των σεξουαλικών διαταραχών είναι πολυπαραγοντική και κάθε περίπτωση εξατομικεύεται. Οι βασικοί παράγοντες που συντελούν στην εκδήλωση των σεξουαλικών διαταραχών είναι οι εξής:
- Βιολογικοί παράγοντες (π.χ. σωματική νόσος, ψυχιατρική διαταραχή, τραυματισμοί, φάρμακα, ουσίες, χειρουργικές επεμβάσεις, ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία).
- Ψυχολογικοί παράγοντες (π.χ. στοιχεία της προσωπικότητας, ψυχοπιεστικές καταστάσεις, πεποιθήσεις και συναισθήματα που σχετίζονται με τον εαυτό, το/τη σύντροφο, τη σχέση ή το σεξ όπως για παράδειγμα το άγχος επίδοσης στους άνδρες ή ο φόβος της απόρριψης στις γυναίκες, προηγούμενες εμπειρίες, τυχαίες αποτυχίες, κίνητρο, προσδοκίες, “μυστικά”).
- Κοινωνικοί παράγοντες (π.χ. συνθήκες διαβίωσης, ζητήματα στεγαστικά, εκπαιδευτικά, επαγγελματικά, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά).
- Τρόπος ζωής (π.χ. διατροφή, άσκηση, ύπνος, έξεις όπως για παράδειγμα το κάπνισμα).
- Παράγοντες που αφορούν τη σχέση του ζεύγους (π.χ. σεβασμός, ειλικρίνεια, εμπιστοσύνη, αποδοχή, ενδιαφέρον, φροντίδα, ευθύνη, επικοινωνία, ερωτισμός, εγγύτητα, ασφάλεια, δέσμευση).
- Παράγοντες που αφορούν τη σεξουαλικότητα (π.χ. ταυτότητα φύλου, σεξουαλικός προσανατολισμός, παραφιλίες, φαντασιώσεις, αυνανισμός, σεξουαλική εκπαίδευση, σεξουαλική εμπειρία, σεξουαλικές προτιμήσεις, σεξουαλικές δεξιότητες, νοηματοδότηση του σεξ).
Η διαταραχή σεξουαλικού ενδιαφέροντος/σεξουαλικής διέγερσης αφορά τις γυναίκες και χαρακτηρίζεται από επίμονη έλλειψη ή σημαντική ελάττωση του σεξουαλικού ενδιαφέροντος ή/και της σεξουαλικής διέγερσης. Πιο συγκεκριμένα οι γυναίκες που πάσχουν από τη διαταραχή μπορεί να μην έχουν σεξουαλικές/ερωτικές σκέψεις και φαντασιώσεις (ή να έχουν ελάχιστες), να μην αντιδρούν στα σεξουαλικά/ερωτικά ερεθίσματα (ή να αντιδρούν ελάχιστα), να μη διεγείρονται στις γεννητικές περιοχές κατά τη σεξουαλική δραστηριότητα (ή να διεγείρονται ελάχιστα) και να μην αισθάνονται σεξουαλική έξαψη/ευχαρίστηση κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής (ή να αισθάνονται ελάχιστη). Κατά συνέπεια, δεν ενδιαφέρονται να εμπλακούν σε σεξουαλική δραστηριότητα (ή ενδιαφέρονται ελάχιστα) και συνήθως είναι μη δεκτικές σε πιθανές προσπάθειες του συντρόφου τους να κάνουν σεξ. Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει τα συμπτώματα να προκαλούν σημαντικού βαθμού δυσφορία στην πάσχουσα γυναίκα, ενώ παράλληλα είναι απαραίτητο να αποκλειστεί κατά το δυνατόν η περίπτωση αυτά να οφείλονται σε σωματική νόσο, ψυχιατρική διαταραχή, φάρμακα, χρήση ουσιών ή σοβαρή ψυχοπιεστική κατάσταση. Η διαταραχή μπορεί να είναι δια βίου (να υπήρχε δηλαδή ανέκαθεν) ή επίκτητη (να εμφανίστηκε δηλαδή από μια ηλικία και μετά), γενικευμένη (να εμφανίζεται δηλαδή ανεξάρτητα από τις συνθήκες) ή καταστασιακή (να εμφανίζεται δηλαδή υπό συγκεκριμένες συνθήκες, π.χ. με συγκεκριμένο ερωτικό σύντροφο).
Η διαταραχή οργασμού αφορά τις γυναίκες και χαρακτηρίζεται από επίμονη δυσλειτουργία στην επέλευση, στη συχνότητα ή στην ένταση του οργασμού (ο οργασμός δηλαδή μπορεί να αργεί πολύ να εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής, να εμφανίζεται σπάνια ή ποτέ ή όταν εμφανίζεται η έντασή του να είναι σημαντικά ελαττωμένη). Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει τα συμπτώματα να προκαλούν σημαντικού βαθμού δυσφορία στην πάσχουσα γυναίκα, ενώ παράλληλα είναι απαραίτητο να αποκλειστεί κατά το δυνατόν η περίπτωση αυτά να οφείλονται σε σωματική νόσο, ψυχιατρική διαταραχή, φάρμακα, χρήση ουσιών ή σοβαρή ψυχοπιεστική κατάσταση. Η διαταραχή μπορεί να είναι δια βίου (να υπήρχε δηλαδή ανέκαθεν) ή επίκτητη (να εμφανίστηκε δηλαδή από μια ηλικία και μετά), γενικευμένη (να εμφανίζεται δηλαδή ανεξάρτητα από τις συνθήκες) ή καταστασιακή (να εμφανίζεται δηλαδή υπό συγκεκριμένες συνθήκες, π.χ. με συγκεκριμένο ερωτικό σύντροφο).
Η διαταραχή γεννητικού-πυελικού πόνου/διείσδυσης αποτελεί ουσιαστικά τη σύγχρονη ενοποιημένη-διευρυμένη εκδοχή δύο, μέχρι πρότινος, διακριτών διαταραχών, της δυσπαρεύνειας (του πόνου δηλαδή στη γεννητική περιοχή της γυναίκας κατά τη διάρκεια της συνουσίας) και του κολπικού σπασμού (της “αυτόματης” δηλαδή σύσπασης του κόλπου της γυναίκας κατά τη διάρκεια της προσπάθειας του άνδρα για διείσδυση). Η διαταραχή γεννητικού-πυελικού πόνου/διείσδυσης μπορεί να χαρακτηρίζεται από:
- Επίμονες δυσκολίες στην κολπική διείσδυση κατά τη διάρκεια της συνουσίας.
- Σημαντικό αιδοιοκολπικό ή πυελικό πόνο κατά τη διάρκεια κολπικής συνουσίας ή προσπαθειών διείσδυσης.
- Σημαντικό φόβο ή άγχος για αιδοιοκολπικό ή πυελικό πόνο σε αναμονή της κολπικής διείσδυσης, κατά τη διάρκεια αυτής ή μετά από αυτή.
- Σημαντική τάση ή σύσφιξη των μυών του πυελικού εδάφους κατά τη διάρκεια προσπάθειας για κολπική διείσδυση.
Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει τα συμπτώματα να προκαλούν σημαντικού βαθμού δυσφορία στην πάσχουσα γυναίκα, ενώ παράλληλα είναι απαραίτητο να αποκλειστεί κατά το δυνατόν η περίπτωση αυτά να οφείλονται σε σωματική νόσο, ψυχιατρική διαταραχή, φάρμακα, χρήση ουσιών ή σοβαρή ψυχοπιεστική κατάσταση. Η διαταραχή μπορεί να είναι δια βίου (να υπήρχε δηλαδή ανέκαθεν) ή επίκτητη (να εμφανίστηκε δηλαδή από μια ηλικία και μετά), γενικευμένη (να εμφανίζεται δηλαδή ανεξάρτητα από τις συνθήκες) ή καταστασιακή (να εμφανίζεται δηλαδή υπό συγκεκριμένες συνθήκες, π.χ. με συγκεκριμένο ερωτικό σύντροφο).
Η διαταραχή υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας αφορά τους άνδρες και χαρακτηρίζεται από επίμονη ή επαναλαμβανόμενη έλλειψη ή πλήρη απουσία σεξουαλικών/ερωτικών σκέψεων ή φαντασιώσεων και επιθυμίας για σεξουαλική δραστηριότητα. Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει τα συμπτώματα να προκαλούν σημαντικού βαθμού δυσφορία στον πάσχοντα άνδρα, ενώ παράλληλα είναι απαραίτητο να αποκλειστεί κατά το δυνατόν η περίπτωση αυτά να οφείλονται σε σωματική νόσο, ψυχιατρική διαταραχή, φάρμακα, χρήση ουσιών ή σοβαρή ψυχοπιεστική κατάσταση. Η διαταραχή μπορεί να είναι δια βίου (να υπήρχε δηλαδή ανέκαθεν) ή επίκτητη (να εμφανίστηκε δηλαδή από μια ηλικία και μετά), γενικευμένη (να εμφανίζεται δηλαδή ανεξάρτητα από τις συνθήκες) ή καταστασιακή (να εμφανίζεται δηλαδή υπό συγκεκριμένες συνθήκες, π.χ. με συγκεκριμένο ερωτικό σύντροφο).
Η διαταραχή στύσης χαρακτηρίζεται από την επίμονη εκδήλωση ενός τουλάχιστον από τα εξής συμπτώματα:
- Σημαντική δυσκολία στην απόκτηση στύσης κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής δραστηριότητας.
- Σημαντική δυσκολία στη διατήρηση της στύσης μέχρι την ολοκλήρωση της σεξουαλικής δραστηριότητας.
- Σημαντική ελάττωση της σκληρότητας της στύσης.
Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει τα συμπτώματα να προκαλούν σημαντικού βαθμού δυσφορία στον πάσχοντα άνδρα, ενώ παράλληλα είναι απαραίτητο να αποκλειστεί κατά το δυνατόν η περίπτωση αυτά να οφείλονται σε σωματική νόσο, ψυχιατρική διαταραχή, φάρμακα, χρήση ουσιών ή σοβαρή ψυχοπιεστική κατάσταση. Η διαταραχή μπορεί να είναι δια βίου (να υπήρχε δηλαδή ανέκαθεν) ή επίκτητη (να εμφανίστηκε δηλαδή από μια ηλικία και μετά), γενικευμένη (να εμφανίζεται δηλαδή ανεξάρτητα από τις συνθήκες) ή καταστασιακή (να εμφανίζεται δηλαδή υπό συγκεκριμένες συνθήκες, π.χ. με συγκεκριμένο ερωτικό σύντροφο).
Η πρόωρη εκσπερμάτιση χαρακτηρίζεται από επίμονη δυσκολία του άνδρα να ελέγξει την εκσπερμάτισή του, με αποτέλεσμα η εκσπερμάτιση να επέρχεται δίχως τη βούληση του ατόμου, συνήθως εντός το πολύ ενός λεπτού από τη χρονική στιγμή της διείσδυσης (ή ακόμα και πριν τη διείσδυση). Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει τα συμπτώματα να προκαλούν σημαντικού βαθμού δυσφορία στον πάσχοντα άνδρα, ενώ παράλληλα είναι απαραίτητο να αποκλειστεί κατά το δυνατόν η περίπτωση αυτά να οφείλονται σε σωματική νόσο, ψυχιατρική διαταραχή, φάρμακα, χρήση ουσιών ή σοβαρή ψυχοπιεστική κατάσταση. Η διαταραχή μπορεί να είναι δια βίου (να υπήρχε δηλαδή ανέκαθεν) ή επίκτητη (να εμφανίστηκε δηλαδή από μια ηλικία και μετά), γενικευμένη (να εμφανίζεται δηλαδή ανεξάρτητα από τις συνθήκες) ή καταστασιακή (να εμφανίζεται δηλαδή υπό συγκεκριμένες συνθήκες, π.χ. με συγκεκριμένο ερωτικό σύντροφο).
Η καθυστερημένη εκσπερμάτιση χαρακτηρίζεται από επίμονη δυσλειτουργία στην επέλευση ή στη συχνότητα της εκσπερμάτισης (η εκσπερμάτιση μπορεί να αργεί πολύ ή να επιτυγχάνεται σπάνια ή ποτέ). Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει τα συμπτώματα να προκαλούν σημαντικού βαθμού δυσφορία στον πάσχοντα άνδρα, ενώ παράλληλα είναι απαραίτητο να αποκλειστεί κατά το δυνατόν η περίπτωση αυτά να οφείλονται σε σωματική νόσο, ψυχιατρική διαταραχή, φάρμακα, χρήση ουσιών ή σοβαρή ψυχοπιεστική κατάσταση. Η διαταραχή μπορεί να είναι δια βίου (να υπήρχε δηλαδή ανέκαθεν) ή επίκτητη (να εμφανίστηκε δηλαδή από μια ηλικία και μετά), γενικευμένη (να εμφανίζεται δηλαδή ανεξάρτητα από τις συνθήκες) ή καταστασιακή (να εμφανίζεται δηλαδή υπό συγκεκριμένες συνθήκες, π.χ. με συγκεκριμένο ερωτικό σύντροφο).
Η αντιμετώπιση των σεξουαλικών διαταραχών εξαρτάται από το είδος και την αιτιοπαθογένειά τους. Συνεπώς, κάθε περίπτωση εξατομικεύεται. Οι θεραπευτικές επιλογές ποικίλλουν και είναι φαρμακευτικές, ψυχοθεραπευτικές, χειρουργικές ή συνδυαστικές.
Φαρμακευτικές ουσίες που συχνά χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των σεξουαλικών διαταραχών είναι διάφορα ορμονικά σκευάσματα (π.χ. τεστοστερόνη, οιστρογόνα) για τις διαταραχές που αφορούν την επιθυμία, οι αναστολείς της 5-φωσφοδιεστεράσης (π.χ. σιλδεναφίλη, τανταλαφίλη, βαρντεναφίλη) για τη στυτική διαταραχή και οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) για την πρόωρη εκσπερμάτιση.
Η ψυχοθεραπεία (που στην προκειμένη περίπτωση συνηθίζεται να ονομάζεται sex therapy) αποτελεί τη συχνότερα εφαρμοζόμενη παρέμβαση και έχει ικανοποιητική αποτελεσματικότητα. Περιλαμβάνει ψυχοεκπαίδευση, ποικίλες ερωτικές και σεξουαλικές ασκήσεις, προσαρμοσμένες στην εκάστοτε δυσλειτουργία (π.χ. ασκήσεις αισθησιακού εστιασμού), τεχνικές αγχόλυσης, ψυχολογική υποστήριξη και συμβουλευτική ζεύγους.
Χειρουργική επέμβαση προτείνεται σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις πυελογεννητικού πόνου, σε γυναίκες με κυρίως βιολογικής αιτιολογίας αιδοιοδυνία, στις οποίες οι φαρμακευτικές και ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις δεν αποδίδουν.
