Skip to content

Κατάθλιψη

Τι σημαίνει ο όρος “κατάθλιψη”;

Ο όρος “κατάθλιψη” προέρχεται από το ρήμα καταθλίβω που σημαίνει πιέζω-καταπιέζω κάτι έως ότου συνθλιβεί-συντριβεί (“γίνει λιώμα”, “γίνει κομμάτια”). Στην περίπτωση της καταθλιπτικής διαταραχής εκείνο που συνθλίβεται είναι οι “ψυχικές δυνάμεις”, τα “ψυχικά αποθέματα”, η ψυχική ανθεκτικότητα του ατόμου.

Η κατάθλιψη (μείζων καταθλιπτική διαταραχή στην ιατρική ορολογία) είναι πάθηση οικουμενική (έχει παγκόσμια κατανομή) και διαχρονική (αναφέρεται σε κείμενα της αρχαιότητας ως μελαγχολία, δηλαδή μέλαινα χολή που σημαίνει μαύρη χολή). Σήμερα αποτελεί μια από τις συχνότερες ψυχιατρικές διαταραχές παγκοσμίως. Υπολογίζεται ότι περίπου 1 στους 10 ανθρώπους εμφανίζει ένα τουλάχιστον καταθλιπτικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της ζωής του. Η κατάθλιψη μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία (στα βρέφη, στα παιδιά, στους εφήβους, στους ενήλικες νέας και μέσης ηλικίας και στους ηλικιωμένους). Τα υψηλότερα ποσοστά έναρξης της διαταραχής απαντώνται στο ηλικιακό φάσμα 25-40 ετών. Η συχνότητα της κατάθλιψης είναι διπλάσια στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Αυτό πιθανώς οφείλεται σε ορμονικούς και κοινωνικούς λόγους. Ο αριθμός των καταθλιπτικών επεισοδίων ποικίλλει από άτομο σε άτομο από ένα και μοναδικό έως πολλαπλά και υποτροπιάζοντα που οδηγούν σε χρονιότητα.

Η κατάθλιψη οφείλεται σε ένα συνδυασμό βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων, που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και συμμετέχουν στην εκδήλωση της διαταραχής, σε διαφορετικό ποσοστό ανά περίπτωση. Σε κάποιες περιπτώσεις οι διαταραχές στη νευροδιαβίβαση (ιδίως της σεροτονίνης, της νοραδρεναλίνης και της ντοπαμίνης) είναι κυρίως πρωτογενείς, ενώ σε άλλες φαίνεται να αποτελούν περισσότερο απόρροια οξέος ή συνηθέστερα παρατεταμένου στρες (π.χ. απώλεια, έλλειψη, απειλή, απόρριψη, αλλαγή, αποτυχία, σύγκρουση, ψυχοτραυματική εμπειρία), το οποίο (συχνά μέσω ενεργοποίησης ενδοκρινικών και ανοσολογικών μηχανισμών) πυροδοτεί τη νευροπαθοφυσιολογία.

Η ευαλωτότητα για την εκδήλωση καταθλιπτικής συνδρομής εξαρτάται επίσης από την προσωπικότητα, καθώς αυτή καθορίζει σε σημαντικό ποσοστό την ανθεκτικότητα απέναντι στο στρες. Άτομα με επικρατούν εξωτερικό κέντρο απόδοσης του ελέγχου (που εστιάζουν δηλαδή σε παράγοντες που δεν ελέγχουν όπως η συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων και η τύχη) και με στοιχεία αρνητικής συναισθηματικότητας (δυσθυμία, άγχος, απαισιοδοξία, καχυποψία, επικριτικότητα, θυμός), εσωστρέφειας και νοητικής ακαμψίας παρουσιάζουν αυξημένη προδιάθεση για κατάθλιψη. Αντίθετα άτομα με επικρατούν εσωτερικό κέντρο απόδοσης του ελέγχου (που εστιάζουν δηλαδή σε παράγοντες που ελέγχουν όπως οι προσπάθειές τους και οι επιλογές τους) και με στοιχεία θετικής συναισθηματικότητας (ικανοποίηση, χαρά, ευγνωμοσύνη, αισιοδοξία, ηρεμία, καλοσύνη), εξωστρέφειας και νοητικής ευελιξίας εμφανίζουν υψηλότερη προσαρμοστικότητα στις ψυχοπιεστικές συνθήκες της ζωής και κατά συνέπεια λιγότερες πιθανότητες εκδήλωσης καταθλιπτικής συμπτωματολογίας.

Σημαντικός είναι επίσης ο ρόλος των κοινωνικών συνθηκών (οικονομική κατάσταση, συνθήκες διαβίωσης, κοινωνική θέση, κοινωνικοί ρόλοι, κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο) και του πολιτισμικού πλαισίου.

Η κληρονομικότητα της κατάθλιψης εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την αιτιοπαθογένειά της. Είναι υψηλότερη όταν η νόσος οφείλεται κυρίως σε πρωτογενή εγκεφαλική δυσλειτουργία και χαμηλότερη όταν η παθολογική νευροδιαβίβαση είναι αποτέλεσμα ψυχοπιεστικών καταστάσεων.

Εκτιμάται ότι το ποσοστό συμμετοχής των γονιδίων στην εκδήλωση της διαταραχής κυμαίνεται από 30% έως 70%. Σε γονιδιακό επίπεδο, η κληρονομικότητα της κατάθλιψης εξαρτάται από το γονιδιακό υλικό που ρυθμίζει την ανάπτυξη, την ωρίμανση και τη φυσιολογική λειτουργία των νευροδιαβιβαστικών συστημάτων του εγκεφάλου και από το γονιδιακό υλικό που καθορίζει την προσωπικότητα.

Παράγοντες που ενισχύουν την πιθανότητα υψηλής κληρονομικότητας θεωρούνται η ύπαρξη σημαντικού αριθμού συγγενών με κατάθλιψη, η έναρξη της διαταραχής σε μικρή ηλικία (π.χ. στην εφηβεία ή στη νεαρή ενήλικη ζωή), η εμφάνιση καταθλιπτικού επεισοδίου χωρίς την ύπαρξη στρεσογόνου παράγοντα, το μελαγχολικό συναίσθημα και η παρουσία ψυχωτικών εκδηλώσεων.

Η κατάθλιψη έχει χαρακτηριστεί ως “η νόσος με τα 1000 πρόσωπα”!

Η κλινική της εικόνα παρουσιάζει σημαντική ετερογένεια και εξαρτάται αφενός από την αιτιοπαθογένεια της διαταραχής και αφετέρου από την ηλικία και την προσωπικότητα του ασθενούς. Τα δύο πυρηνικά συμπτώματα της κατάθλιψης είναι το καταθλιπτικό συναίσθημα (υποκειμενικά βιωμένο ή αντικειμενικά παρατηρήσιμο) και η υποηδονία/ανηδονία (σημαντική ελάττωση ή πλήρης απουσία ενδιαφέροντος για δραστηριότητες ή άντλησης ευχαρίστησης από αυτές).

Άλλες σημαντικές κλινικές εκδηλώσεις της νόσου είναι η ανορεξία (συχνά συνοδεύεται από μείωση του σωματικού βάρους), η αϋπνία (δυσκολίες στην έναρξη ή στη διατήρηση του ύπνου), η ψυχοκινητική επιβράδυνση (το άτομο σκέφτεται, μιλάει ή κινείται πιο αργά σε σχέση με τη συνήθη ψυχοκινητικότητά του), η δυσκολία στη συγκέντρωση, η αναποφασιστικότητα, το αίσθημα κόπωσης, η έλλειψη ενέργειας, το αίσθημα αναξιότητας (το άτομο αισθάνεται ότι είναι ανεπαρκές ή ότι δεν αξίζει), η υπερβολική ή απρόσφορη ενοχή (το άτομο αισθάνεται ενοχές που δεν είναι ρεαλιστικές ή είναι δυσανάλογες σε σχέση με την αντικειμενική πραγματικότητα) και ο αυτοκτονικός ιδεασμός (το άτομο εύχεται να πεθάνει ή σκέφτεται/προτίθεται/σχεδιάζει να αυτοκτονήσει ή έχει επιχειρήσει να αυτοκτονήσει). Κάποιες φορές η κατάθλιψη είναι πιθανό να εκδηλώνεται με άτυπα συμπτώματα (διαφορετικά δηλαδή από τα συνήθη), όπως ευερεθιστότητα, νευρικότητα, αύξηση της όρεξης (συνήθως αντιδραστική), υπερυπνία (συνήθως σκόπιμη εξαιτίας της επιθυμίας του ατόμου να μην βιώνει την πραγματικότητα) ή ψυχοκινητική ανησυχία.

Συχνό φαινόμενο αποτελούν, επίσης, οι σωματικές αιτιάσεις των ασθενών (π.χ. αναφερόμενα προκάρδια, κοιλιακά ή μυοσκελετικά άλγη που δεν δύναται να αποδοθούν σε σωματική νόσο). Σε σοβαρές περιπτώσεις η κατάθλιψη είναι πιθανό να συνοδεύεται από ψυχωτικές εκδηλώσεις (παραληρητικές ιδέες ή ψευδαισθήσεις) οι οποίες συνήθως έχουν καταθλιπτικό περιεχόμενο (π.χ. το άτομο μπορεί να έχει την πεποίθηση ότι σαπίζει το σώμα του ή να ακούει φωνές που το κατηγορούν, το υβρίζουν ή το ταπεινώνουν).

Η διάγνωση της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής στηρίζεται στην εξέταση των ψυχικών λειτουργιών και στο ιστορικό του ασθενή και πραγματοποιείται με βάση επίσημα διαγνωστικά κριτήρια που θεσπίζονται σε συνάρτηση με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα.

Αξιολογούνται η ποιότητα, η ένταση, η διάρκεια και η συχνότητα των κλινικών εκδηλώσεων, η πορεία τους στο χρόνο και η λειτουργικότητα του ασθενή σε ποικίλους τομείς της καθημερινής ζωής. Οι ψυχομετρικές δοκιμασίες δεν είναι διαφοροδιαγνωστικές, παρέχουν ωστόσο σημαντικές πληροφορίες και η χρήση τους είναι πολύτιμη. Δεν υπάρχει μέχρι σήμερα εργαστηριακή ή απεικονιστική εξέταση που να θέτει τη διάγνωση της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής. Ο παρακλινικός έλεγχος είναι ωστόσο απαραίτητος για να αποκλειστούν σωματικές νόσοι που προκαλούν παρόμοια συμπτώματα, όπως λοιμώξεις, όγκοι, θυρεοειδοπάθειες, νευρολογικές παθήσεις, μεταβολικές καταστάσεις και νοσήματα του συνδετικού ιστού. Παράλληλα επιβάλλεται η διερεύνηση του ενδεχομένου επαγωγής των κλινικών εκδηλώσεων από ψυχοτρόπες ουσίες ή φάρμακα (π.χ. κορτιζόνη).

Τέλος αξιολογείται η πιθανότητα ύπαρξης άλλης ψυχιατρικής διαταραχής, η συμπτωματολογία της οποίας δύναται να “μιμηθεί” εκείνη της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής (π.χ. επίμονη καταθλιπτική διαταραχή, διαταραχή προσαρμογής, προεμμηνορρυσιακό δυσφορικό σύνδρομο, διπολική διαταραχή, κυκλοθυμική διαταραχή, ψυχωτική συνδρομή).

Σύμφωνα με τη θεωρία των τεσσάρων χυμών του Ιπποκράτη, η κατάθλιψη οφείλεται στην επικράτηση στον ανθρώπινο οργανισμό της μέλαινας (μαύρης) χολής (μέλας + χολή = μελαγχολία).

Η μελαγχολική κατάθλιψη αποτελεί τη σοβαρότερη μορφή της νόσου. Χαρακτηρίζεται από ανηδονία (ανικανότητα του ατόμου να αντλήσει ικανοποίηση ή ευχαρίστηση από οποιαδήποτε σκέψη, κατάσταση ή δραστηριότητα) και σκυθρωπότητα, έντονη δυστροπία, απελπισία ή αίσθημα πλήρους απουσίας ψυχικών δυνάμεων (το άτομο νιώθει ότι είναι ψυχικά “άδειο”).

Άλλες κλινικές εκδηλώσεις της διαταραχής είναι η σοβαρή ανορεξία ή απώλεια σωματικού βάρους, η σοβαρή ψυχοκινητική επιβράδυνση ή ανησυχία, η υπερβολική ή απρόσφορη (μη ρεαλιστική ή δυσανάλογη σε σχέση με την αντικειμενική πραγματικότητα) ενοχή, η επιδείνωση της διάθεσης κατά τις πρωινές ώρες και η πρώιμη αφύπνιση (το άτομο ξυπνά τουλάχιστον 2 ώρες νωρίτερα από τη συνήθη ώρα έγερσής του και δεν μπορεί να ξανακοιμηθεί).

Επιπλέον, πιθανό στοιχείο της μελαγχολικής κατάθλιψης είναι η παρουσία ψυχωτικών εκδηλώσεων (παραληρητικές ιδέες ή ψευδαισθήσεις, κυρίως ακουστικές) οι οποίες συνήθως έχουν καταθλιπτικό περιεχόμενο (π.χ. το άτομο μπορεί να έχει την πεποίθηση ότι σαπίζει το σώμα του ή να ακούει φωνές που το κατηγορούν, το υβρίζουν ή το ταπεινώνουν).

Η επίμονη καταθλιπτική διαταραχή (στο παρελθόν ονομαζόταν δυσθυμία) ανήκει στο φάσμα των καταθλιπτικών διαταραχών και χαρακτηρίζεται από συμπτώματα ηπιότερης μορφής αλλά μεγαλύτερης διάρκειας, σε σχέση με εκείνα της μείζονος κατάθλιψης.

Η διάθεση είναι επίμονα καταθλιπτική για το μεγαλύτερο μέρος μιας χρονικής περιόδου δύο τουλάχιστον συνεχών ετών και εφόσον υπάρχουν χρονικές περίοδοι φυσιολογικής διάθεσης, καμία από αυτές δεν ξεπερνά τους δύο συνεχείς μήνες. Συνήθεις κλινικές εκδηλώσεις της διαταραχής είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η έλλειψη ενεργητικότητας, το αίσθημα κόπωσης, οι δυσκολίες στη συγκέντρωση, η αναποφασιστικότητα, το αίσθημα απελπισίας και οι διαταραχές του ύπνου (συνήθως αϋπνία) και της όρεξης (συνήθως ανορεξία).

Η διάγνωση στηρίζεται στην εξέταση των ψυχικών λειτουργιών και στο ιστορικό του ασθενή. Απαραίτητο είναι να αποκλειστεί η αιτιολογική σχέση των συμπτωμάτων με σωματική κατάσταση, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή. Η θεραπεία είναι παρόμοια με εκείνη της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής. Η κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο με επίμονη καταθλιπτική διαταραχή εκδηλώνει μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο ονομάζεται διπλή κατάθλιψη.

Ο όρος “επιλόχειος κατάθλιψη” αποτελεί μια μάλλον παραπλανητική μετάφραση του επίσημου όρου “depressive disorder with peripartum onset” δηλαδή “καταθλιπτική διαταραχή με περιγεννητική έναρξη”. Όντως ο όρος “επιλόχειος” είναι ανακριβής, καθώς η ψυχοπαθολογία δεν εμφανίζεται αποκλειστικά κατά τη διάρκεια της λοχείας. Επιπλέον αξίζει να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός ότι η λοχεία διαρκεί περίπου 6 εβδομάδες, αρκετοί ιατροί θεωρούν λανθασμένα “επιλόχειο” την κατάθλιψη που εμφανίζεται ακόμα και 6 μήνες μετά τον τοκετό.

Με βάση τα σύγχρονα διαγνωστικά κριτήρια (DSM 5), ως “περιγεννητική” ορίζεται η κατάθλιψη που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εντός 4 εβδομάδων μετά τον τοκετό. Σημαντικό ρόλο στην αιτιοπαθογένεια της διαταραχής φαίνεται ότι διαδραματίζουν οι ορμονικές μεταβολές και οι ψυχοπιεστικές καταστάσεις που συνδέονται με την εγκυμοσύνη, τη γέννηση του παιδιού και τη λοχεία.

Τα συμπτώματα της νόσου είναι παρόμοια με εκείνα της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής με την υποσημείωση ότι οι σκέψεις, οι συναισθηματικές αντιδράσεις και οι συμπεριφορές της μητέρας είναι πιθανό να περιλαμβάνουν το βρέφος (η ασθενής μπορεί να σκέφτεται ότι είναι ανεπαρκής μητέρα, να ανησυχεί υπερβολικά για την υγεία του βρέφους, να φοβάται ότι μπορεί να βλάψει το βρέφος εξαιτίας κάποιου λανθασμένου χειρισμού ή να αποφεύγει την ενασχόληση με αυτό). Σπάνια η περιγεννητική κατάθλιψη μπορεί να συνοδεύεται από ψυχωτικές εκδηλώσεις (παραληρητικές ιδέες ή ψευδαισθήσεις). Την πλέον σοβαρή κλινική εκδήλωση αποτελεί η εμφάνιση αυτοκαταστροφικού ή ετεροκαταστροφικού ιδεασμού (σκέψεις της μητέρας να κάνει κακό στον εαυτό της ή στο βρέφος αντίστοιχα).

Η περιγεννητική κατάθλιψη δεν πρέπει να συγχέεται με τη θλίψη της μητρότητας (καταθλιπτική διάθεση, συναισθηματική αστάθεια, ευσυγκινησία, κλάμα, ευερεθιστότητα, αϋπνία, ανησυχία σχετικά με την ικανότητα ανατροφής του βρέφους) η οποία είναι σχετικά συχνή, παροδική και αυτοπεριοριζόμενη κατάσταση (κορυφώνεται κατά την 4η με 5η μέρα της λοχείας και υποχωρεί περίπου 10 ημέρες μετά τον τοκετό).

Η διπολική διαταραχή χαρακτηρίζεται από την εκδήλωση ενός τουλάχιστον επεισοδίου μανίας ή υπομανίας. Η εμφάνιση, κατά την πορεία της διαταραχής, ενός ή περισσότερων επεισοδίων κατάθλιψης είναι συνήθης, δεν είναι ωστόσο απαραίτητη για να τεθεί η διάγνωση.

Συχνά η διπολική διαταραχή πρωτοεμφανίζεται με την εκδήλωση καταθλιπτικού επεισοδίου. Συνεπώς κάθε άνθρωπος με ιστορικό ενός ή περισσότερων καταθλιπτικών επεισοδίων είναι δυνητικά πιθανό σε κάποια φάση της ζωής του να εκδηλώσει επεισόδιο μανίας ή υπομανίας και επομένως να λάβει τη διάγνωση της διπολικής διαταραχής. Εκτιμάται ότι η πιθανότητα να εκδηλώσει διπολική διαταραχή ένας άνθρωπος με ιστορικό καταθλιπτικού επεισοδίου είναι περίπου 5-10%.

Παράγοντες που ενισχύουν την πιθανότητα ένα καταθλιπτικό επεισόδιο να “υποκρύπτει” διπολική διαταραχή είναι η ύπαρξη κληρονομικού ιστορικού διπολικής διαταραχής, η παρουσία ψυχωτικών συμπτωμάτων (παραληρητικές ιδέες ή ψευδαισθήσεις) ή μεικτών στοιχείων (συνύπαρξη καταθλιπτικών και μανιακών ή υπομανιακών συμπτωμάτων) κατά τη διάρκεια κάποιου καταθλιπτικού επεισοδίου, η μικρή ηλικία εμφάνισης του πρώτου καταθλιπτικού επεισοδίου και η επαγωγή υπομανιακών ή μανιακών συμπτωμάτων από την αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή. Η έγκαιρη διάγνωση της διπολικής διαταραχής είναι ουσιώδης, καθώς η θεραπευτική της αντιμετώπιση διαφέρει σημαντικά από εκείνη της κατάθλιψης.

Η κατάθλιψη είναι θεραπεύσιμη διαταραχή. Πολλοί ασθενείς εμφανίζουν ένα και μοναδικό καταθλιπτικό επεισόδιο καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, ενώ σε άλλους η νόσος υποτροπιάζει ή επανεμφανίζεται. Εξαιρετικά σημαντική για την επιτυχημένη θεραπεία της κατάθλιψης είναι η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπισή της.

Τα νεότερα αντικαταθλιπτικά φάρμακα (εσιταλοπράμη, σιταλοπράμη, σερτραλίνη, παροξετίνη, φλουβοξαμίνη, φλουοξετίνη, μιρταζαπίνη, βενλαφαξίνη, δουλοξετίνη, βουπροπιόνη, αγομελατίνη, βορτιοξετίνη) εμφανίζουν σημαντική αποτελεσματικότητα και ελάχιστες ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες συνήθως αυτοπεριορίζονται μετά τις πρώτες μέρες της θεραπείας. Η επιλογή του κατάλληλου αντικαταθλιπτικού πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον ασθενή και καθορίζεται από τις κλινικές εκδηλώσεις του ασθενή, το ιστορικό του, τη σωματική του κατάσταση, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Η διάρκεια της θεραπείας ποικίλλει συνήθως από 6 μήνες έως 2 έτη, σε περιπτώσεις ωστόσο χρόνιας ή υποτροπιάζουσας διαταραχής απαιτείται μακροχρόνια λήψη φαρμακευτικής αγωγής.

Οι ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις έχουν επίσης σημειώσει σημαντική πρόοδο. Η πλέον σύγχρονη, επιστημονικά τεκμηριωμένη και αποτελεσματική ψυχοθεραπεία για την κατάθλιψη είναι η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία η οποία περιλαμβάνει ψυχοεκπαίδευση, τεχνικές χαλάρωσης (τεχνικές αναπνοής και μυοχάλασης), εκπαίδευση στην ανίχνευση των δυσλειτουργικών μοτίβων σκέψης και στη γνωσιακή αναδόμηση, εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων και τεχνικών επίλυσης προβλημάτων και συμπεριφορική ενεργοποίηση. Η θεραπεία πραγματοποιείται με τη διαρκή συνεργασία θεραπευτή και θεραπευόμενου και διαρκεί περίπου 6-12 μήνες. Στόχος της ψυχοθεραπείας δεν είναι μόνο η ύφεση των κλινικών εκδηλώσεων, αλλά και η αποφυγή πιθανής υποτροπής.

O Διακρανιακός Μαγνητικός Ερεθισμός (TMS) αποτελεί μια σύγχρονη, διαρκώς αναπτυσσόμενη, μη επεμβατική και ανώδυνη μέθοδο νευροτροποποίησης μέσω της οποίας προκαλείται ερεθισμός στον εγκεφαλικό φλοιό και προάγεται η νευροπλαστικότητα και η φυσιολογική νευροδιαβίβαση. Βασίζεται στο νόμο της ηλεκτρομαγνητικής επαγωγής του Faraday (1831), σύμφωνα με τον οποίο ένα χρονικά εναλλασσόμενο μαγνητικό πεδίο παράγει ηλεκτρικό ρεύμα. Η θεραπευτική δράση στηρίζεται στη δημιουργία ηλεκτρομαγνητικών παλμών χαμηλής έντασης και συγκεκριμένης συχνότητας που μεταβάλλουν τη διεγερσιμότητα του εγκεφάλου και ενεργοποιούν τις πάσχουσες περιοχές του. Ο Διακρανιακός Μαγνητικός Ερεθισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία ή ως επικουρική θεραπεία σε συνδυασμό με άλλες θεραπευτικές επιλογές. Συνήθως απαιτούνται 15-30 συνεδρίες διάρκειας 30-45 λεπτών οι οποίες πραγματοποιούνται σε διάστημα 3-6 εβδομάδων (5 συνεδρίες ανά εβδομάδα).

Η ηλεκτροσπασμοθεραπεία δύναται να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις που οι φαρμακευτικές και ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις αντενδείκνυνται ή δεν είναι αποτελεσματικές (π.χ. ηλικιωμένοι, εγκυμοσύνη, σοβαρή ψυχοπαθολογία που συνοδεύεται από υψηλή αυτοκτονικότητα ή πλήρη ψυχοκινητική αναστολή). Σήμερα, η μέθοδος πραγματοποιείται υπό την επίδραση αναισθησίας, μυοχάλασης και συνεχούς οξυγόνωσης (συμμετέχει αναισθησιολόγος) σε εξειδικευμένα κέντρα και είναι ανώδυνη και ασφαλής. Έχει υψηλή αποτελεσματικότητα και ελάχιστες ανεπιθύμητες ενέργειες (με συχνότερη την παροδική διαταραχή της μνήμης). Συνήθως πραγματοποιούνται 6-12 συνεδρίες (2-3 ανά εβδομάδα). Η ηλεκτροσπασμοθεραπεία αποφεύγεται να εφαρμόζεται σε ασθενείς με πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, πρόσφατη εγκεφαλική αιμορραγία, ασταθές αγγειακό ανεύρυσμα ή αγγειακή δυσπλασία, αυξημένη ενδοκράνια πίεση (π.χ. όγκος εγκεφάλου), αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, φαιοχρωμοκύττωμα ή σωματική κατάσταση που μπορεί να καθιστά επικίνδυνη τη χορήγηση γενικής αναισθησίας (π.χ. πνευμονοπάθεια).

Στις περιπτώσεις που η κατάθλιψη φαίνεται να έχει ισχυρή βιολογική συνιστώσα ή εκδηλώνεται με σοβαρές κλινικές εκδηλώσεις που προκαλούν σημαντική δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα στον ασθενή, η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής είναι συνήθως επιβεβλημένη. Αντίθετα όταν η αιτιοπαθογένεια της κατάθλιψης μοιάζει να είναι περισσότερο ψυχοκοινωνική ή τα συμπτώματα είναι ήπιας ή μέτριας βαρύτητας, η ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση μπορεί να είναι επαρκής. Συνήθως, η αποτελεσματικότερη θεραπεία είναι η ολιστική, ο συνδυασμός δηλαδή φαρμακοθεραπείας και ψυχοθεραπείας.

Η φαρμακευτική θεραπεία ομαλοποιεί την εγκεφαλική νευροδιαβίβαση και αποκαθιστά τις βιολογικές λειτουργίες του οργανισμού, τόσο τις σωματικές όπως την ενεργητικότητα, τον ύπνο και την όρεξη όσο και τις γνωστικές και ψυχολογικές όπως η συγκέντρωση, το καταθλιπτικό συναίσθημα και η υποηδονία. Η ψυχοθεραπεία ενδυναμώνει την αυτοπεποίθηση, αναδομεί δυσλειτουργικές πεποιθήσεις, ενισχύει την κινητοποίηση και την κοινωνικοποίηση μέσω της συμπεριφορικής ενεργοποίησης, εκπαιδεύει σε δεξιότητες διαχείρισης των αρνητικών συναισθημάτων (π.χ. λύπη, θυμός, άγχος, φόβος, ντροπή, ενοχή) και επικοινωνίας, διδάσκει τεχνικές επίλυσης προβλημάτων, καλλιεργεί τη θετική σκέψη και τα θετικά συναισθήματα και διευρύνει τη νοηματοδότηση και τα κίνητρα.

Συμπερασματικά, η φαρμακοθεραπεία παρέχει μέσω της απαιτούμενης αποκατάστασης της φυσιολογίας του νευρικού συστήματος την αρχική ώθηση στον οργανισμό ώστε να επιτευχθεί η ανάκαμψή του, ενώ η ψυχοθεραπεία ενισχύει την αυτογνωσία, τις δεξιότητες και την ψυχική ανθεκτικότητα του/της ασθενή/ασθενούς, συντελώντας στην εγκατάσταση και διατήρηση του θεραπευτικού αποτελέσματος και στην πρόληψη πιθανής επανεμφάνισης της νόσου.

Η βασική επικινδυνότητα των ασθενών που πάσχουν από κατάθλιψη είναι η αυτοκτονικότητα. Η κατάθλιψη είναι η ψυχιατρική διαταραχή που περισσότερο από κάθε άλλη συσχετίζεται με αυτοκτονική συμπεριφορά. Υπολογίζεται ότι το 50% των ατόμων που αυτοκτονούν πάσχει από κατάθλιψη και ότι περίπου 1 στους 10 ασθενείς με κατάθλιψη εν τέλει αυτοκτονεί. Ο αυτοκτονικός ιδεασμός αποτελεί τη σοβαρότερη κλινική εκδήλωση της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής και μπορεί να εκφράζεται με ευχές θανάτου, φευγαλέες ή επίμονες σκέψεις αυτοκτονίας, αυτοκτονική πρόθεση, αναζήτηση και σύλληψη σχεδίου απόπειρας αυτοκτονίας, προετοιμασίες για την εκτέλεση του σχεδίου και τελικά απόπειρα αυτοκτονίας.

Σε ορισμένες περιπτώσεις η απόπειρα αυτοκτονίας μπορεί να είναι παρορμητική, να αποφασιστεί και να πραγματοποιηθεί δηλαδή μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα (ακόμα και μερικών λεπτών), στα πλαίσια οξείας ψυχικής επιβάρυνσης του ατόμου. Σε άλλες περιπτώσεις η αυτοκαταστροφικότητα εκδηλώνεται συγκεκαλυμμένα, μέσω συμπεριφορών υψηλού ρίσκου για τις συνέπειες των οποίων ο ασθενής αδιαφορεί (π.χ. επικίνδυνη οδήγηση, κατάχρηση φαρμάκων ή αλκοόλ, χρήση ναρκωτικών ουσιών, σοβαρή παραμέληση της σωματικής υγείας).

Η λεκτική ή εξωλεκτική επικοινωνία της αυτοκτονικής πρόθεσης από τους ασθενείς (προειδοποιητικά σημάδια) θα πρέπει να λαμβάνεται πάντα σοβαρά υπ’ όψιν και να αναζητείται άμεσα ιατρική φροντίδα, ακόμα και παρά την αντίθετη θέληση του πάσχοντος ατόμου.

Η ετεροκαταστροφική συμπεριφορά είναι σπάνια και εμφανίζεται κυρίως σε άτομα με άτυπη συμπτωματολογία (π.χ. ευερεθιστότητα, εκρήξεις θυμού, ψυχοκινητική ανησυχία).

Η προεμμηνορρυσιακή δυσφορική διαταραχή αποτελεί κοινή κατάσταση η οποία εμφανίζεται κάποια στιγμή της ζωής, σε άλλοτε άλλο βαθμό, στο περίπου 10% των γυναικών. Φαίνεται ότι οφείλεται στην αλληλεπίδραση των ορμονικών μεταβολών που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια του εμμηνορρυσιακού κύκλου και της εγκεφαλικής νευροδιαβίβασης και χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση τουλάχιστον 5 εκ των παρακάτω 11 συμπτωμάτων στην πλειονότητα των καταμήνιων κύκλων, κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που προηγείται της εμμηνορρυσίας και για τουλάχιστον δύο συνεχείς κύκλους:

i. σημαντική συναισθηματική αστάθεια.

ii. σημαντικού βαθμού ευερεθιστότητα ή θυμός ή διαπροσωπικές συγκρούσεις.

iii. σημαντικού βαθμού καταθλιπτική διάθεση ή αίσθημα απελπισίας ή αυτοεπικριτικότητα.

iv. σημαντικό άγχος – υπερένταση.

v. μειωμένο ενδιαφέρον για συνήθεις δραστηριότητες.

vi. υποκειμενική δυσκολία στη συγκέντρωση.

vii. εύκολη κόπωση ή έλλειψη ενεργητικότητας.

viii. σημαντικές αλλαγές στην όρεξη, υπερφαγία ή λαχτάρα για συγκεκριμένες τροφές.

ix. αϋπνία ή υπερυπνία.

x. αίσθηση του ατόμου ότι είναι συγκλονισμένο ή ότι έχει χάσει τον έλεγχο.

xi. σωματικά συμπτώματα (πχ. ευαισθησία ή πρήξιμο στο στήθος, πόνοι στους μύες ή στις αρθρώσεις, αίσθηση “φουσκώματος”, αύξηση βάρους). 

Τα συμπτώματα σταδιακά υποχωρούν κατά τη διάρκεια της εμμηνορρυσίας και της εβδομάδας που ακολουθεί αυτή. Οι κλινικές εκδηλώσεις συνδέονται με σημαντική δυσλειτουργικότητα ή/και υποκειμενική δυσφορία. Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει να αποκλειστεί η αιτιολογική σχέση των συμπτωμάτων με σωματική κατάσταση, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή.