Διαταραχες Σχετιζόμενες με Ψυχοπιεστική - Ψυχοτραυματική Κατάσταση
Ψυχοπιεστικές ονομάζονται οι στρεσογόνες καταστάσεις που εμπεριέχονται στο φάσμα της συνήθους ανθρώπινης εμπειρίας, είναι δηλαδή σχετικά συχνές και τις αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ζωής τους (π.χ. θάνατος κοντινού προσώπου, χωρισμός, οικονομικά προβλήματα, ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, συνταξιοδότηση, μοναξιά, σωματική νόσος κ.λπ.).
Ψυχοτραυματικές ονομάζονται οι στρεσογόνες καταστάσεις που δεν εμπεριέχονται στο φάσμα της συνήθους ανθρώπινης εμπειρίας, είναι δηλαδή σχετικά σπάνιες και τις αντιμετωπίζει ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων κατά τη διάρκεια της ζωής τους (π.χ. πόλεμος, βιασμός, βασανιστήρια, ληστεία, επικίνδυνα φυσικά φαινόμενα, σοβαρό τροχαίο ατύχημα, αεροπορικό δυστύχημα, τρομοκρατική επίθεση κ.λπ.). Όπως γίνεται αντιληπτό οι ψυχοτραυματικές εμπειρίες συνδέονται κυρίως με καταστάσεις κατά τις οποίες ένα ή περισσότερα άτομα απειλούνται με θάνατο ή σοβαρή σωματική βλάβη.
Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι, αν και κατά κανόνα οι ψυχοπιεστικές και οι ψυχοτραυματικές καταστάσεις μπορούν να διαχωριστούν με αξιοπιστία, υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες γεγονότα που αντικειμενικά είναι συνήθη και χαμηλής επικινδυνότητας για πρόκληση θανάτου ή σοβαρής σωματικής βλάβης βιώνονται υποκειμενικά ως εξαιρετικά απειλητικά και επομένως δύναται να αποκτήσουν ιδιότητες ψυχοτραυματικής εμπειρίας.
Οι σχετικές με ψυχοπιεστική ή ψυχοτραυματική κατάσταση διαταραχές είναι ψυχιατρικές διαταραχές των οποίων οι κλινικές εκδηλώσεις συνδέονται αιτιολογικά με συγκεκριμένη ψυχοπιεστική ή ψυχοτραυματική κατάσταση, δεν πληρούν τα κριτήρια για τη διάγνωση άλλης ψυχιατρικής διαταραχής, δεν μπορούν να αποδοθούν σε σωματική κατάσταση ή χρήση ουσιών και προκαλούν σημαντικού βαθμού δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα.
Οι βασικές σχετικές με ψυχοπιεστική ή ψυχοτραυματική κατάσταση διαταραχές είναι α) η διαταραχή προσαρμογής, β) η διαταραχή μετατραυματικού στρες και γ) η διαταραχή οξέος στρες.
Η αιτιολογία των σχετικών με ψυχοπιεστική ή ψυχοτραυματική κατάσταση διαταραχών είναι πολυπαραγοντική. Φαίνεται ότι ποικίλοι βιολογικοί (π.χ. γονιδιακό υλικό, επιγενετικές επιδράσεις, σωματικές καταστάσεις, τρόπος ζωής), ψυχολογικοί (π.χ. προσωπικότητα, εμπειρίες ζωής) και κοινωνικοί παράγοντες (π.χ. υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο, παιδεία, πολιτισμικό πλαίσιο) αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και λειτουργούν προδιαθεσικά ή προστατευτικά (π.χ. η γονιδιακή ευαλωτότητα του σεροτονινεργικού συστήματος, η αρνητική συναισθηματικότητα και η έλλειψη υποστηρικτικού κοινωνικού δικτύου αυξάνουν την πιθανότητα εκδήλωσης κάποιας διαταραχής, ενώ η γονιδιακή ανθεκτικότητα του σεροτονινεργικού συστήματος, η νοητική ευελιξία και η ύπαρξη υποστηρικτικού κοινωνικού δικτύου τη μειώνουν). Η πιθανότητα εκδήλωσης κλινικής συμπτωματολογίας εξαρτάται αφενός από το βιοψυχοκοινωνικό προφίλ του κάθε ατόμου και αφετέρου από τα υποκειμενικά (π.χ. σκέψεις, συναισθήματα) και αντικειμενικά (π.χ. ένταση, διάρκεια, συχνότητα) χαρακτηριστικά του ψυχοπιεστικού ή ψυχοτραυματικού βιώματος.
Η διαταραχή προσαρμογής χαρακτηρίζεται από την εκδήλωση ενός συνόλου συναισθηματικών (π.χ. θλίψη, άγχος, θυμός, ευερεθιστότητα, ντροπή, ενοχές) και συμπεριφορικών (π.χ. κοινωνική απόσυρση, επιθετικότητα, ψυχοκινητική επιβράδυνση, μειωμένη ενεργητικότητα, αποφυγές) συμπτωμάτων ως απάντηση σε συγκεκριμένη ψυχοπιεστική κατάσταση (π.χ. διάγνωση σοβαρής σωματικής νόσου, θάνατος κοντινού προσώπου, χωρισμός, απόλυση κ.λπ.). Τα συμπτώματα εμφανίζονται εντός τριμήνου από την έναρξη της ψυχοπιεστικής κατάστασης και υποχωρούν εντός εξαμήνου μετά το τέλος αυτής ή των επιπτώσεών της. Η διαταραχή προκαλεί στο πάσχον άτομο δυσφορία δυσανάλογη της σοβαρότητας της ψυχοπιεστικής κατάστασης ή/και δυσλειτουργικότητα. Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει να αποκλειστεί η αιτιολογική σχέση της συμπτωματολογίας με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή. Η διαταραχή προσαρμογής δεν πρέπει να συγχέεται με το φυσιολογικό πένθος. Αντίθετα είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται σε περιπτώσεις που το πένθος λαμβάνει παθολογικές διαστάσεις.
Η διαταραχή μετατραυματικού στρες χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο κλινικών εκδηλώσεων που διαρκούν τουλάχιστον ένα μήνα και αποτελούν συνέπεια μιας ψυχοτραυματικής κατάστασης.
Ως ψυχοτραυματική κατάσταση ορίζεται η έκθεση σε πραγματικό ή επαπειλούμενο θάνατο, σοβαρό τραυματισμό ή σεξουαλική βία, με έναν εκ των ακόλουθων τρόπων: α) άμεση εμπειρία του τραυματικού γεγονότος, β) μάρτυρας, γ) πληροφόρηση (με την προϋπόθεση ότι το τραυματικό γεγονός συνέβη σε στενό οικείο πρόσωπο και ήταν βίαιο ή ατύχημα), δ) επαναλαμβανόμενη ή έντονη έκθεση σε λεπτομέρειες του τραυματικού γεγονότος που προκαλούν αποστροφή. Οι κλινικές εκδηλώσεις της διαταραχής μετατραυματικού στρες διακρίνονται σε πέντε κατηγορίες και είναι οι εξής:
i.Επαναβίωσης (έναρξη μετά την τραυματική κατάσταση).
- Ανακλήσεις
- Όνειρα
- Αποσυνδετικές αντιδράσεις (flashbacks)
- Έντονη ή παρατεταμένη ψυχική δυσφορία κατά την έκθεση σε εσωτερικά ή εξωτερικά ερεθίσματα που συμβολίζουν ή θυμίζουν μια πτυχή της τραυματικής κατάστασης.
- Σημαντικές ψυχολογικές αντιδράσεις κατά την έκθεση σε εσωτερικά ή εξωτερικά ερεθίσματα που συμβολίζουν ή θυμίζουν μια πτυχή της τραυματικής κατάστασης.
ii.Αποφυγής (ή προσπάθειας αποφυγής) (έναρξη μετά την τραυματική κατάσταση).
- Εσωτερικά ερεθίσματα (μνήμες – σκέψεις – συναισθήματα).
- Εξωτερικά ερεθίσματα (άνθρωποι – μέρη – συζητήσεις – δραστηριότητες – αντικείμενα – καταστάσεις).
iii. Γνωσιακές – Συναισθηματικές (έναρξη ή επιδείνωση μετά την τραυματική κατάσταση).
- Μη ικανότητα ανάκλησης σημαντικής πτυχής του τραυματικού γεγονότος.
- Επίμονες και υπερβολικές αρνητικές πεποιθήσεις ή προσδοκίες για τον εαυτό ή τον κόσμο.
- Επίμονες, διαστρεβλωμένες γνωσίες σχετικά με τα αίτια ή τις συνέπειες του τραυματικού γεγονότος που οδηγούν το άτομο στο να κατηγορεί τον εαυτό του ή άλλους.
- Επίμονα αρνητικά συναισθήματα (π.χ. φόβος, θυμός, ενοχή, ντροπή).
- Υποηδονία – Ανηδονία.
- Αίσθημα απομάκρυνσης – αποξένωσης από τους άλλους.
- Επίμονη ανικανότητα βίωσης θετικών συναισθημάτων (ευτυχία, ικανοποίηση, αγάπη)
iv.Εγρήγορσης – Αντιδραστικότητας (έναρξη ή επιδείνωση μετά την τραυματική κατάσταση).
- Ευερεθιστότητα – Εκρήξεις θυμού (λεκτική ή φυσική επιθετικότητα απέναντι σε ανθρώπους ή αντικείμενα).
- Υπερεγρήγορση.
- Υπερβολική αντίδραση στο ξάφνιασμα.
- Δυσκολίες στη συγκέντρωση.
- Διαταραχές του ύπνου.
- Ριψοκίνδυνη ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά.
Η διαταραχή προκαλεί σημαντικού βαθμού δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα. Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει να αποκλειστεί η αιτιολογική σχέση της συμπτωματολογίας με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή.
Ο δια βίου επιπολασμός της διαταραχής υπολογίζεται σε περίπου 1%. Οι κλινικές εκδηλώσεις εμφανίζονται συνήθως εντός τριμήνου από τη στιγμή του ψυχοτραυματικού βιώματος, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις η έναρξή τους καθυστερεί ακόμα και χρόνια. Εκτιμάται ότι οι μισοί ασθενείς παρουσιάζουν πλήρη ύφεση των συμπτωμάτων μέσα σε τρεις μήνες από την έναρξη αυτών. Το 40% συνεχίζει να εμφανίζει ήπιας ή μέτριας βαρύτητας κλινική εικόνα, ενώ στο 10% παρατηρείται επιμονή ή επιδείνωση της συμπτωματολογίας.
Η διαταραχή οξέος stress χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο κλινικών εκδηλώσεων, παρόμοιων με εκείνων της διαταραχής μετατραυματικού stress, που διαρκούν από τρεις μέρες μέχρι ένα μήνα και αποτελούν συνέπεια μιας ψυχοτραυματικής κατάστασης (ορίζεται όπως και στη διαταραχή μετατραυματικού στρες). Η διαταραχή προκαλεί σημαντικού βαθμού δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα. Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει να αποκλειστεί η αιτιολογική σχέση της συμπτωματολογίας με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή.
Η διαταραχή προσαρμογής αντιμετωπίζεται συνήθως ψυχοθεραπευτικά με γνωσιακή-συμπεριφορική, συμβουλευτική και υποστηρικτική ψυχοθεραπεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι χρήσιμη η χορήγηση αντικαταθλιπτικής-αγχολυτικής-σταθεροποιητικής φαρμακευτικής αγωγής.
Η θεραπεία της διαταραχής μετατραυματικού στρες και της διαταραχής οξέος stress αποτελεί μια δύσκολη και επίπονη διαδικασία. Φαρμακευτικές ουσίες που έχουν χρησιμοποιηθεί και πιθανώς βοηθούν στην αντιμετώπιση των κλινικών εκδηλώσεων είναι οι SSRIs, η βενλαφαξίνη, η μιρταζαπίνη και η λαμοτριγίνη. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι η προπρανολόνη ίσως εμποδίζει σε κάποιο ποσοστό την εκδήλωση των συμπτωμάτων, όταν χορηγείται προληπτικά μετά από ψυχοτραυματική εμπειρία. Ψυχοθεραπευτικά τα καλύτερα αποτελέσματα έχει η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (ψυχοεκπαίδευση, τεχνικές χαλάρωσης, γνωσιακή αναδόμηση, έκθεση στην πραγματικότητα, στη φαντασία ή σε εικονικό περιβάλλον), ενώ μια μέθοδος που εμπειρικά φαίνεται να βοηθάει είναι η οφθαλμοκινητική απευαισθητοποίηση και επανεπεξεργασία του τραύματος (EMDR). Κατά τη διάρκεια αυτής ο ασθενής εστιάζει σε σκέψεις και συναισθήματα που συνδέονται με την ψυχοτραυματική εμπειρία, ενώ παράλληλα ο θεραπευτής προκαλεί σακκαδικές κινήσεις των οφθαλμών του θεραπευόμενου ζητώντας του να παρακολουθεί την οριζόντια κίνηση ενός οπτικού σημείου, συνήθως του δείκτη του χεριού του.
