Skip to content

Προαγωγή Ψυχικής Υγείας

Τι είναι η Ψυχιατρική;

Η Ψυχιατρική είναι η ειδικότητα της Ιατρικής που πραγματεύεται την προαγωγή της ψυχικής υγείας και την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία των ψυχιατρικών διαταραχών.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) η ψυχική υγεία είναι μια κατάσταση ευεξίας κατά την οποία το άτομο:
i. συνειδητοποιεί τις δυνατότητές του.
ii. καταφέρνει να διαχειρίζεται τις συνήθεις στρεσογόνες καταστάσεις της ζωής.
iii. μπορεί να εργάζεται παραγωγικά και εποικοδομητικά.
iv. είναι ικανό να κοινωνικοποιείται και να συνεισφέρει στην κοινωνία.

Τα συνήθη κριτήρια βάσει των οποίων διαφοροποιείται το ψυχιατρικά “φυσιολογικό” από το ψυχιατρικά “παθολογικό” είναι α) το υποκειμενικό αίσθημα του ατόμου (το αν δηλαδή το άτομο νιώθει καλά ή αισθάνεται δυσφορία), β) η λειτουργικότητα του ατόμου (όσον αφορά την αυτοφροντίδα, την αυτοδιαχείριση, την εκπαίδευση-εργασία, τις διαπροσωπικές σχέσεις, την κοινωνικότητα και την ψυχαγωγία) και γ) η συμπεριφορά του ατόμου (παραδείγματα πιθανής παθολογικής συμπεριφοράς είναι η αυτοκαταστροφική, η αποδιοργανωμένη, η επιθετική, η παράδοξη και η επικίνδυνη συμπεριφορά).

Οι συνηθέστερες ψυχιατρικές διαταραχές είναι οι εξής:

Α. Ψυχωτικές διαταραχές

  • Σχιζοφρένεια
  • Βραχεία ψυχωτική διαταραχή
  • Σχιζοσυναισθηματική διαταραχή
  • Παραληρητική διαταραχή
  • Σχιζοφρενικόμορφη διαταραχή

Β. Διαταραχές της διάθεσης

  • Μείζων καταθλιπτική διαταραχή
  • Διπολική διαταραχή
  • Επίμονη καταθλιπτική διαταραχή
  • Κυκλοθυμική διαταραχή
  • Προεμμηνορρυσιακή δυσφορική διαταραχή 

Γ. Διαταραχές άγχους

  • Διαταραχή πανικού
  • Αγοραφοβία
  • Διαταραχή γενικευμένου άγχους
  • Διαταραχή κοινωνικού άγχους
  • Ειδικές φοβίες

Δ. Διαταραχές του ιδεοψυχαναγκαστικού φάσματος

  • Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή
  • Διαταραχή σωματικής δυσμορφίας
  • Διαταραχή παρασυσσώρευσης
  • Τριχοτιλλομανία
  • Δερματιλλομανία

Ε. Διαταραχές σχετικές με σωματικά συμπτώματα

  • Διαταραχή σωματικών συμπτωμάτων
  • Διαταραχή άγχους ασθένειας
  • Διαταραχή μετατροπής
  • Τεχνητή διαταραχή

ΣΤ. Διαταραχές σχετιζόμενες με ψυχοπιεστική ή ψυχοτραυματική κατάσταση

  • Διαταραχή προσαρμογής
  • Διαταραχή μετατραυματικού στρες
  • Διαταραχή οξέος στρες

Ζ. Σεξουαλικές δυσλειτουργίες

  • Διαταραχή σεξουαλικού ενδιαφέροντος/σεξουαλικής διέγερσης
  • Διαταραχή οργασμού
  • Διαταραχή γεννητικού-πυελικού πόνου/διείσδυσης
  • Διαταραχή υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας
  • Διαταραχή στύσης
  • Πρόωρη εκσπερμάτιση
  • Καθυστερημένη εκσπερμάτιση

Η. Διαταραχές πρόσληψης τροφής

  • Ψυχογενής ανορεξία
  • Ψυχογενής βουλιμία
  • Διαταραχή υπερφαγικών επεισοδίων

Η αιτιολογία των ψυχιατρικών διαταραχών είναι πολυπαραγοντική και εκτιμάται κατά περίπτωση (εξατομικεύεται) με βάση το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο. Αυτό σημαίνει ότι βιολογικοί (π.χ. γονίδια, σωματικές καταστάσεις, ουσίες, θεραπευτικές παρεμβάσεις, επιπλοκές κατά την κύηση ή τον τοκετό, διατροφή, ύπνος, φυσική κατάσταση), ψυχολογικοί (π.χ. προσωπικότητα, κίνητρα, εμπειρίες ζωής, στρεσογόνες καταστάσεις) και κοινωνικοί παράγοντες (π.χ. ανατροφή, οικογενειακό πλαίσιο, βιοτικό επίπεδο, οικονομικές συνθήκες, παιδεία, εργασία, κοινωνική θέση, πολιτισμικό πλαίσιο, κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο, θρησκευτικές πεποιθήσεις, νομικά ζητήματα, στίγμα) αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, σε άλλοτε άλλο βαθμό ο καθένας, και συντελούν στην εκδήλωση μιας ψυχιατρικής διαταραχής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αιτιοπαθογένεια των ψυχιατρικών διαταραχών διαφοροποιείται όχι μόνο από διαταραχή σε διαταραχή αλλά και από ασθενή σε ασθενή (π.χ. το καταθλιπτικό επεισόδιο δύο διαφορετικών ατόμων μπορεί να έχει διαφορετική αιτιοπαθογένεια) ή από χρόνο σε χρόνο (π.χ. δύο διαφορετικά καταθλιπτικά επεισόδια στο ίδιο άτομο μπορεί να έχουν διαφορετική αιτιοπαθογένεια).

Όλες οι ψυχιατρικές διαταραχές οφείλονται σε ποσοστό που διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση σε παθολογική νευροδιαβίβαση κάποιων χημικών ουσιών που καθορίζουν την επικοινωνία των νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο, των νευροδιαβιβαστών (σε διαταραχή δηλαδή αυτού που ο κόσμος ονομάζει “χημεία του εγκεφάλου”). Στην παθολογική νευροδιαβίβαση εκτός των διαταραχών του νευρικού συστήματος μπορεί να συμμετέχουν διαταραχές του ενδοκρινικού και του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι νευροδιαβιβαστές που συνήθως συνδέονται με την ψυχοπαθολογία είναι η σεροτονίνη, η ντοπαμίνη, η νοραδρεναλίνη, το γλουταμινικό οξύ, το γ-αμινοβουτυρικό οξύ και η ακετυλοχολίνη. Στόχος της διαγνωστικής διαδικασίας είναι η αναγνώριση της νευροδιαβιβαστικής δυσλειτουργίας ενώ σκοπός της θεραπείας είναι η επίτευξη της ομαλοποίησης της νευροδιαβίβασης, η ύφεση της συμπτωματολογίας και η ανάκτηση της φυσιολογικής ψυχιατρικής κατάστασης.

Η διάγνωση των ψυχιατρικών διαταραχών πραγματοποιείται βάσει σύγχρονων, επίσημων, επιστημονικά τεκμηριωμένων κριτηρίων, όπως αυτά προκύπτουν από ερευνητικά και κλινικά δεδομένα.

Η διαγνωστική διαδικασία στηρίζεται στο βιοψυχοκοινωνικό πρότυπο και περιλαμβάνει τη λήψη του ιατρικού ιστορικού, την εξέταση των ψυχικών λειτουργιών, την αντικειμενική εξέταση, τον παρακλινικό έλεγχο και τη χορήγηση ψυχομετρικών δοκιμασιών (όπου κρίνεται απαραίτητο).

Όχι. Η ψυχιατρική διαταραχή είναι νόσος (όπως για παράδειγμα η αρτηριακή υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης και η θυρεοειδοπάθεια) και αποτελεί προϊόν δυσλειτουργίας του νευρικού συστήματος (εγκέφαλος), του ενδοκρινικού συστήματος (ορμόνες) και του ανοσοποιητικού συστήματος (“άμυνα” του οργανισμού). Παθολογία στα προαναφερόμενα συστήματα του οργανισμού έχουν ως συνέπεια τη διαταραχή κάποιων εκ των νευροψυχικών λειτουργιών (σκέψη, συναίσθημα, αντίληψη, βούληση, ψυχοκινητικότητα, προσοχή, μνήμη, προσανατολισμός) και την εκδήλωση των ψυχιατρικών συμπτωμάτων. Στην αιτιοπαθογένεια των ψυχιατρικών διαταραχών συμμετέχουν επίσης ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες.

Η ταύτιση της ψυχιατρικής διαταραχής με την “τρέλα” αποτελεί μια αναχρονιστική και εντελώς λανθασμένη πεποίθηση που έχει τις ρίζες της σε εποχές κατά τις οποίες τα σχετικά με την ψυχική υγεία επιστημονικά δεδομένα ήταν ελάχιστα, με αποτέλεσμα οι κλινικές εκδηλώσεις να ερμηνεύονται μέσω ευφάνταστων και αυθαίρετων θεωριών και όχι με βάση τους κανόνες από τους οποίους τεκμηριωμένα διέπονται η ανθρώπινη βιολογία και ψυχολογία.

Συμπερασματικά, ο άνθρωπος που πάσχει από ψυχιατρική διαταραχή δεν είναι “τρελός”. Είναι ασθενής και χρήζει κατάλληλης ιατρικής φροντίδας.

Οι ψυχιατρικές διαταραχές αντιμετωπίζονται κυρίως φαρμακευτικά, ψυχοθεραπευτικά ή με συνδυασμό φαρμακοθεραπείας και ψυχοθεραπείας. Η επιλογή της θεραπείας πραγματοποιείται με τη συνεργασία ιατρού και ασθενή και εξαρτάται από τη φύση και την αιτιοπαθογένεια της διαταραχής, τη φυσική κατάσταση του πάσχοντος ατόμου, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Τα φάρμακα που συνήθως χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία των ψυχιατρικών διαταραχών είναι τα αντιψυχωτικά, τα αντικαταθλιπτικά, οι σταθεροποιητές, τα αγχολυτικά και τα υπναγωγά. Οι ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις που κατά κύριο λόγο πραγματοποιούνται κατά την αντιμετώπιση των ψυχιατρικών διαταραχών είναι η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία, η Συστημική Ψυχοθεραπεία και η Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεία (Ψυχανάλυση). Άλλες μη φαρμακευτικές-μη ψυχοθεραπευτικές θεραπείες που χρησιμοποιούνται επικουρικά ή σε ειδικές συνθήκες για την αντιμετώπιση των ψυχιατρικών διαταραχών είναι ο διακρανιακός μαγνητικός ερεθισμός (TMS), η φωτοθεραπεία και η ηλεκτροσπασμοθεραπεία. Η ανταπόκριση στη θεραπεία καθορίζεται από το είδος της διαταραχής, τη βαρύτητα, τη διάρκεια και τη συχνότητα των συμπτωμάτων, την εγκυρότητα της διάγνωσης, την καταλληλότητα της επιλεγείσας αντιμετώπισης, το επίπεδο της ψυχιατρικής παρακολούθησης, τη συνεργασιμότητα του ασθενή και το υποστηρικτικό κοινωνικό του πλαίσιο. Στόχος της θεραπείας είναι η ύφεση των συμπτωμάτων, η μείωση της δυσφορίας, η αύξηση της λειτουργικότητας και η βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Τα ψυχιατρικά φάρμακα συνοδεύονται δυστυχώς από διάφορους μύθους που συνδέονται τόσο με τις ενδείξεις τους (λαμβάνονται από τους “ψυχοπαθείς” – εξού και ο αναχρονιστικός και κακόηχος όρος “ψυχοφάρμακα” που ακόμα και σήμερα χρησιμοποιείται από πλήθος ανθρώπων –ή από τους “αδύναμους” που δεν μπορούν μόνοι να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής) όσο και με τις ανεπιθύμητες ενέργειες (“σε κάνουν σαν ζόμπι”, “σε κάνουν φυτό”, “προκαλούν εθισμό”, “σου αλλάζουν την προσωπικότητα”).

Η αλήθεια είναι ότι τα ψυχιατρικά φάρμακα δεν λαμβάνονται από ανθρώπους που είναι “ψυχοπαθείς” ή “αδύναμοι” αλλά από ασθενείς, φυσιολογικούς δηλαδή ανθρώπους που αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα υγείας. Η μη επιθυμητή καταστολή είναι σπάνια και συνήθως οφείλεται σε λανθασμένη χορήγηση των φαρμάκων. Η πλειονότητα των ψυχιατρικών φαρμάκων (αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωτικά, σταθεροποιητές) δεν έχουν εθιστικές ιδιότητες (δεν προκαλούν δηλαδή ανοχή ή στερητικό σύνδρομο) και όσα έχουν (βενζοδιαζεπίνες) χορηγούνται μόνο με ειδική συνταγή και για μικρά χρονικά διαστήματα ώστε να αποφευχθεί η εξάρτηση –η εμφάνιση εθιστικών φαινομένων οφείλεται σχεδόν πάντα στην κακή χρήση των εξαρτησιογόνων φαρμακευτικών ουσιών και όχι στις φαρμακευτικές ουσίες αυτές καθαυτές. Φάρμακο το οποίο να τροποποιεί την ανθρώπινη προσωπικότητα -ευτυχώς ή δυστυχώς– δεν έχει ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα από την επιστήμη. Αξίζει να σημειωθεί ότι συχνά εκδηλώσεις που από τους ασθενείς ή το περιβάλλον τους θεωρούνται (λόγω προκατάληψης) παρενέργειες των φαρμάκων αποτελούν στην πραγματικότητα συμπτώματα της ψυχιατρικής πάθησης ή άλλων σωματικών καταστάσεων ή αποτελούν συνέπεια άλλων φαρμάκων, ουσιών ή συνηθειών και δεν οφείλονται στην ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή.

Τα ψυχιατρικά φάρμακα είναι επί της ουσίας νευρολογικά φάρμακα τα οποία ομαλοποιούν τη νευροδιαβίβαση όταν αυτή είναι παθολογική και επαναφέρουν τη φυσιολογική εγκεφαλική λειτουργία. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες (όπως ισχύει για όλα τα φάρμακα) είναι δυνητικές και η εμφάνισή τους εξαρτάται από α) ιδιοσυγκρασιακούς παράγοντες, β) την καταλληλότητα της θεραπείας (ενδείξεις, τρόπος χορήγησης, δοσολογία, αλληλεπιδράσεις), γ) τη σωματική κατάσταση του/της ασθενή/ους και δ) από τη συνεργασιμότητα του/της ασθενή/ους. Εφόσον οι φαρμακευτικές ουσίες χορηγούνται με βάση τις επίσημες ενδείξεις τους και λαμβάνονται στα προτεινόμενα δοσολογικά σχήματα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες (αν υπάρχουν) είναι συνήθως ελάχιστες, ήπιες και εν τέλει άνευ κλινικής σημασίας. Σημαντικό είναι επίσης να αποφεύγεται η πολυφαρμακία.

Η πρόγνωση των ψυχιατρικών διαταραχών ποικίλλει και εξαρτάται από πλήθος παραγόντων όπως είναι η φύση και η αιτιοπαθογένεια της διαταραχής, η έγκαιρη και έγκυρη διάγνωσή της, η κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση και το υποστηρικτικό περιβάλλον του ασθενούς. Έτσι σε κάποιες περιπτώσεις επέρχεται πλήρης ίαση, σε άλλες μερική ύφεση, κάποιες χαρακτηρίζονται από υποτροπές ενώ άλλες παρουσιάζουν χρονιότητα με διακύμανση των συμπτωμάτων ή σταδιακή επιδείνωση. Τη σύγχρονη εποχή, χάρη στην αλματώδη ανάπτυξη της επιστήμης της Ψυχιατρικής, η πλειονότητα των ψυχιατρικών καταστάσεων αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά και οι άνθρωποι που νόσησαν σε κάποια φάση της ζωής τους από κάποια ψυχιατρική διαταραχή επανακτούν τη φυσιολογική τους ψυχιατρική κατάσταση, είναι λειτουργικοί και ζουν μια κανονική ζωή.

Η ποιότητα ζωής των ατόμων που πάσχουν από ψυχιατρική διαταραχή εξαρτάται από μια σειρά παραγόντων όπως είναι α) η φύση, η βαρύτητα και η διάρκεια της διαταραχής, β) η εγκυρότητα της διάγνωσης, γ) η καταλληλότητα της θεραπευτικής παρέμβασης, δ) το επίπεδο της ιατρικής παρακολούθησης, ε) ο βαθμός συνεργασιμότητας ιατρού-ασθενή όσον αφορά τη θεραπεία και την ιατρική παρακολούθηση, στ) ο βαθμός κοινωνικής υποστήριξης, ζ) το βιοτικό επίπεδο, η) το επίπεδο λειτουργικότητας του ασθενή κατά την έναρξη της ψυχικής διαταραχής.

Πρακτικά, τη σύγχρονη εποχή και με την πρόοδο που έχει σημειώσει η Ψυχιατρική επιστήμη η πλειονότητα των ανθρώπων που έχουν νοσήσει σε κάποια φάση της ζωής τους από κάποια ψυχιατρική διαταραχή μπορούν να έχουν μια φυσιολογική ζωή. Η όσο το δυνατόν πιο έγκαιρη αναζήτηση ιατρικής φροντίδας, η σωστή ιατρική παρακολούθηση, η τήρηση των ιατρικών οδηγιών και το υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο αποτελούν (όπως και για τις μη ψυχιατρικές παθήσεις) καθοριστικά εφόδια για την επιτυχή αντιμετώπιση της νόσου, την επίτευξη μιας φυσιολογικής λειτουργικότητας σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής (αυτοφροντίδα, αυτοδιαχείριση, εκπαίδευση, εργασία, διαπροσωπικές σχέσεις, κοινωνική ζωή, ψυχαγωγία) και την αποκατάσταση της ποιότητας ζωής.

Ο όρος “Προαγωγή της Ψυχικής Υγείας” αντιπροσωπεύει μια σειρά ενεργειών-δράσεων που ως στόχο έχουν την ενδυνάμωση α) των θετικών στοιχείων της προσωπικότητας και των δεξιοτήτων του ατόμου και β) την ευαισθητοποίηση-εκπαίδευση του κοινωνικού συνόλου σε θέματα που αφορούν την ψυχική υγεία και την οργάνωση και υλοποίηση προγραμμάτων ενίσχυσης αυτής (κοινωνικές πολιτικές και πολιτικές υγείας). Η “Προαγωγή της Ψυχικής Υγείας” εφαρμόζεται τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο και σκοπός της είναι αφενός η αύξηση της ανθεκτικότητας και της προσαρμοστικότητας των ατόμων και αφετέρου η προστασία της δημόσιας υγείας. Η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης (της αξίας που αποδίδει το άτομο στον εαυτό του), της εσωτερικής απόδοσης του ελέγχου (της ικανότητας του ατόμου να εστιάζει σε όσα είναι υπό τον έλεγχό του, όπως οι προσπάθειες και οι επιλογές του) και της αυτοαποτελεσματικότητας (της πίστης του ατόμου στις ικανότητες που διαθέτει για να επιτελέσει ένα έργο υπό συγκεκριμένες συνθήκες) αποτελούν προτεραιότητες της “Προαγωγής της Ψυχικής Υγείας” και “οχυρώνουν” όχι μόνο την ψυχική αλλά και τη σωματική υγεία, καθώς συχνά η ψυχολογική επιβάρυνση προδιαθέτει την έκλυση ή επιδείνωση σωματικών νόσων.

Η Προληπτική Ψυχιατρική είναι ο κλάδος της Ψυχιατρικής που μέσω ποικίλων παρεμβάσεων στο άτομο και στην κοινότητα (π.χ. φαρμακοθεραπεία, ψυχοθεραπεία, πληροφόρηση, εκπαίδευση, τροποποίηση συνθηκών και τρόπου ζωής, διεύρυνση των υποστηρικτικών δικτύων, εφαρμογή αποτελεσματικών πολιτικών υγείας) έχει ως σκοπό την ενίσχυση των παραγόντων που “ενδυναμώνουν” την ψυχική υγεία και τον περιορισμό των παραγόντων που προδιαθέτουν στην εκδήλωση, υποτροπή ή επιδείνωση ψυχιατρικών διαταραχών και των επιπτώσεων αυτών τόσο στους ασθενείς όσο και στο περιβάλλον τους.

Η Πρόληψη διακρίνεται στην Πρωτοβάθμια, στη Δευτεροβάθμια και στην Τριτοβάθμια.

α) Πρωτοβάθμια Πρόληψη: Σκοπός της είναι η μείωση στο ελάχιστο της πιθανότητας να εκδηλωθεί ψυχιατρική διαταραχή σε άτομα που είναι ψυχικά υγιή και δεν έχουν ψυχιατρικό ιστορικό.

β) Δευτεροβάθμια Πρόληψη: Σκοπός της είναι η έγκαιρη και αξιόπιστη διάγνωση της ψυχιατρικής διαταραχής στα άτομα που νοσούν και η αναγνώριση ή η αποφυγή πιθανής επιδείνωσης ή υποτροπής.

γ) Τριτοβάθμια Πρόληψη: Σκοπός της είναι η αντιμετώπιση της υποκειμενικής δυσφορίας, της δυσλειτουργικότητας και της έκπτωσης της ποιότητας ζωής τόσο των ψυχικά ασθενών όσο και του περιβάλλοντος αυτών.

Όλοι οι άνθρωποι διαθέτουν υγιή χαρακτηριστικά και δεξιότητες που είναι δυνατόν να καλλιεργηθούν και να ενισχυθούν. Παράλληλα οι αδυναμίες είναι πιθανό να περιοριστούν ή ακόμα και να τροποποιηθούν. Με αυτό τον τρόπο προάγονται η αυτοεκτίμηση, η απόδοση του ελέγχου στον εαυτό και η αυτοαποτελεσματικότητα, ενισχύονται η ανθεκτικότητα στο στρες και η προσαρμοστικότητα και βελτιώνονται η σωματοψυχική υγεία, η λειτουργικότητα και η ποιότητα ζωής. Ιδιαίτερη προσοχή και φροντίδα χρειάζονται άτομα τα οποία παρουσιάζουν αυξημένη ευαλωτότητα στην εκδήλωση ψυχοπαθολογίας, όπως για παράδειγμα άτομα που έχουν ψυχιατρικό ιστορικό (ατομικό ή κληρονομικό) ή πάσχουν από ψυχιατρική διαταραχή (π.χ. σχιζοφρένεια, κατάθλιψη, διπολική διαταραχή, διαταραχές άγχους) και άτομα που βιώνουν ψυχοπιεστικές καταστάσεις (π.χ. απώλεια, έλλειψη, απόρριψη, αλλαγή, αποτυχία, σύγκρουση), ιδίως όταν αυτές είναι έντονες, πολλαπλές ή χρόνιες (π.χ. κακές συνθήκες διαβίωσης, ανεργία, οικονομικά προβλήματα, μοναξιά, θάνατος αγαπημένου προσώπου, ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, χωρισμός, συνταξιοδότηση, νομικά ζητήματα, σοβαρή σωματική νόσος).

Οι παρεμβάσεις της Προαγωγής της Ψυχικής Υγείας και της Προληπτικής Ψυχιατρικής ξεκινούν πριν από τη σύλληψη και συνεχίζονται μέχρι και την ενήλικη ζωή. Μπορεί να είναι ατομικές ή ομαδικές (ομάδες ατόμων ή κοινωνικά σύνολα).

  • Πριν από τη σύλληψη οι παρεμβάσεις αφορούν κυρίως τον οικογενειακό προγραμματισμό (π.χ. πόροι της οικογένειας, καταλληλότητα για γονεϊκό ρόλο, πολυμελείς οικογένειες, έφηβες ή πολύ μεγάλης ηλικίας γυναίκες) και την ψυχιατρική γενετική συμβουλευτική (πληροφόρηση σχετικά με ζητήματα όπως η πιθανότητα νόσησης των απογόνων του πάσχοντος ατόμου ή άλλων συγγενών αυτού, ο γάμος με πάσχον άτομο ή άτομο με κληρονομικό ιστορικό μείζονος ψυχιατρικής διαταραχής, η τεκνοποίηση από πάσχον άτομο ή άτομο με κληρονομικό ιστορικό μείζονος ψυχιατρικής διαταραχής, η προγεννητική διάγνωση, οι επιπτώσεις της διαταραχής εφόσον αυτή εκδηλωθεί, η υιοθεσία).
  • Κατά την εμβρυϊκή ζωή οι παρεμβάσεις αφορούν κυρίως τον τρόπο ζωής της εγκύου (π.χ. σωστή διατροφή, κατάλληλη σωματική άσκηση, αποφυγή καπνίσματος και αλκοόλ, διαχείριση ψυχοπιεστικών καταστάσεων) και την πρόληψη ή αντιμετώπιση πιθανών σωματικών νόσων (π.χ. λοιμώξεις, προεκλαμψία).
  • Κατά τον τοκετό οι παρεμβάσεις αφορούν κυρίως την πρόληψη ή την αντιμετώπιση πιθανών επιπλοκών (π.χ. πρόωρος τοκετός, λιποβαρές βρέφος, περιγεννητική υποξία, τραυματισμός της κεφαλής του βρέφους).
  • Κατά τη διάρκεια της βρεφικής, της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας οι παρεμβάσεις αφορούν κυρίως την πρόληψη ή την αντιμετώπιση προβλημάτων που προκύπτουν στην οικογένεια (π.χ. ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, μονογονεϊκές οικογένειες, απώλεια γονέα, ακαταλληλότητα γονέων) ή στο σχολείο (π.χ. μαθησιακές δυσκολίες, δυσκολίες στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων, προβλήματα διαγωγής, παραβατικότητα, χρήση ουσιών, επικίνδυνες σεξουαλικές συμπεριφορές, σχολικός εκφοβισμός).
  • Κατά την ενήλικη ζωή οι παρεμβάσεις αφορούν κυρίως α) την αυτοεκτίμηση (π.χ. αξία εαυτού, εσωτερικό κέντρο απόδοσης του ελέγχου, αίσθημα αυτοαποτελεσματικότητας), β) τον τρόπο ζωής (π.χ. διατροφή, έξεις, προβλήματα ύπνου, άσκηση, δραστηριότητες), γ) τις διαπροσωπικές σχέσεις (π.χ. ελλιπής ικανότητα για κοινωνικοποίηση, διαπροσωπικές συγκρούσεις), δ) την εργασία (π.χ. εργασιακή ανασφάλεια, υπερβολικός φόρτος εργασίας, έλλειψη ικανοποίησης από την εργασία, κακές σχέσεις με συναδέλφους-συνεργάτες), ε) τις ψυχοπιεστικές καταστάσεις (π.χ. απώλεια, έλλειψη, απόρριψη, αλλαγή, αποτυχία, σύγκρουση) και στ) την εκδήλωση ψυχοπαθολογίας (π.χ. κατάθλιψη, παθολογικό άγχος, ψυχωτικά συμπτώματα) και τις επιπτώσεις αυτής στην ψυχολογική κατάσταση, στη λειτουργικότητα και στην ποιότητα ζωής τόσο του πάσχοντος ατόμου όσο και του περιβάλλοντός του.