Διαταραχές Σχετικές με Σωματικά Συμπτώματα
Πρόκειται για διαταραχές στις οποίες προεξάρχουν διαφόρων ειδών σωματικά συμπτώματα (ανεξάρτητα από το αν μπορούν να εξηγηθούν ικανοποιητικά από τη μέχρι σήμερα γνωστή ιατρική επιστήμη), τα οποία επηρεάζουν σοβαρά τη σκέψη, το συναίσθημα και τη συμπεριφορά του πάσχοντος ατόμου και προκαλούν σημαντικού βαθμού δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα σε ένα ή περισσότερα πεδία της καθημερινής ζωής.
Οι βασικές σχετικές με σωματικά συμπτώματα διαταραχές είναι α) η διαταραχή σωματικών συμπτωμάτων, β) η διαταραχή άγχους ασθένειας, γ) η διαταραχή μετατροπής και δ) η τεχνητή διαταραχή.
Πρόκειται για διαταραχή κατά την οποία το πάσχον άτομο παρουσιάζει για σημαντικό χρονικό διάστημα (τουλάχιστον 6 μήνες) ένα ή περισσότερα σωματικά συμπτώματα (π.χ. πόνος, αιμωδίες, κόπωση), τα οποία συνοδεύονται από υπερβολικές και επίμονες σκέψεις (π.χ. “έχω κάποια σοβαρή αρρώστια”, “πρόκειται να πεθάνω”), συναισθηματικές αντιδράσεις (π.χ. έντονο άγχος, φόβος) και συμπεριφορές (αφιέρωση υπερβολικού χρόνου και ενέργειας στα συμπτώματα ή στις ανησυχίες για την υγεία, π.χ. το άτομο μπορεί να πηγαίνει συνέχεια σε ιατρούς ή να κάνει διαρκώς εξετάσεις, μπορεί συνεχώς να αναζητά πληροφορίες για τα συμπτώματά του, να αυτοεξετάζεται ή να επικεντρώνεται σε διάφορες σωματικές αισθήσεις, προσπαθώντας να αντιληφθεί παθολογικές καταστάσεις), που προκαλούν σημαντικού βαθμού δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα σε ένα ή περισσότερα πεδία της καθημερινής ζωής. Τα σωματικά συμπτώματα θεωρούνται “αυθεντικά” (υπαρκτά, αληθινά), ανεξάρτητα από το αν μπορούν να εξηγηθούν από τη μέχρι σήμερα γνωστή ιατρική επιστήμη (π.χ. το αίσθημα κόπωσης μπορεί να αποδίδεται σε σιδηροπενική αναιμία ή να είναι ιατρικά ανεξήγητο).
Τα σωματικά συμπτώματα στις σχετικές με σωματικά συμπτώματα διαταραχές θεωρούνται de facto πραγματικά, ανεξάρτητα από τα αν μπορούν ή όχι να εξηγηθούν από τη μέχρι σήμερα γνωστή ιατρική επιστήμη για 3 βασικούς λόγους:
i. Η ιατρική επιστήμη προοδεύει με γοργούς ρυθμούς αλλά σαφώς δεν γνωρίζει τα πάντα. Είναι επομένως πιθανό κάποιες κλινικές εκδηλώσεις να παραμένουν ανεξήγητες, όχι επειδή οφείλονται στη “φαντασία” του ασθενή, αλλά διότι πολύ απλά δεν έχουν μέχρι σήμερα κατανοηθεί από την επιστήμη.
ii. Τα υποκειμενικά συμπτώματα συχνά δεν δύναται να αντικειμενικοποιηθούν και κατά συνέπεια να τεκμηριωθούν ή να αποκλειστούν.
iii. Είναι αντιδεοντολογικό να χαρακτηριστεί μια συμπτωματολογία “ψυχογενής” επειδή η μέχρι σήμερα γνωστή ιατρική επιστήμη αδυνατεί να την κατανοήσει.
Η διαταραχή σωματικών συμπτωμάτων αποτελεί ψυχιατρική διαταραχή, όχι εξαιτίας των σωματικών συμπτωμάτων που αναφέρονται από τον πάσχοντα αλλά λόγω των δυσανάλογων σκέψεων, συναισθηματικών αντιδράσεων και συμπεριφορών που τα συνοδεύουν και της συνυπάρχουσας δυσφορίας ή/και δυσλειτουργικότητας.
Η αιτιοπαθογένεια των σωματικών εκδηλώσεων στις σχετικές με σωματικά συμπτώματα διαταραχές φαίνεται πως είναι πολυπαραγοντική.
Σε βιολογικό επίπεδο η παθολογική νευροδιαβίβαση νευροδιαβιβαστών όπως η σεροτονίνη και η νοραδρεναλίνη που συνδέονται με την ανθεκτικότητα και την ενέργεια του οργανισμού είναι πιθανό να συνδέονται με υπερευαισθησία στις φυσιολογικές σωματικές αισθήσεις (οι οποίες συνεπώς βιώνονται σε πολλαπλάσιο από τον φυσιολογικό βαθμό από το πάσχον άτομο) και ελλειμματική ενεργητικότητα. Παράλληλα η σύσφιξη διάφορων μυϊκών ομάδων (π.χ. της κεφαλής, του αυχένα, της γνάθου, του θώρακα, της κοιλιακής χώρας, της οσφύος) και οι διαταραχές του ύπνου συνεπεία του αυξημένου στρες ενδέχεται να εκδηλώνονται με ποικίλα “ανεξήγητα” σωματικά συμπτώματα (π.χ. κεφαλαλγία, ζάλη, πόνοι στο στήθος, δυσουρικά ενοχλήματα, αδυναμία).
Σε ψυχολογικό επίπεδο στοιχεία της προσωπικότητας (π.χ. αρνητική συναισθηματικότητα, τελειοθηρία, νοητική ακαμψία) και εμπειρίες ζωής που σχετίζονται με σοβαρές παθήσεις ή θανάτους άλλων ανθρώπων εκτιμάται ότι μπορεί να συντελούν στην πυροδότηση και διατήρηση των συμπτωμάτων μέσω λανθασμένων γνωσιών γύρω από θέματα υγείας και δυσλειτουργικών συμπεριφορών όπως η συνεχής αυτοπαρατήρηση και η αναζήτηση πληροφοριών (π.χ. στο διαδίκτυο) που είτε είναι αναξιόπιστες είτε δεν δύναται να αξιολογηθούν ορθά από το πάσχον άτομο λόγω έλλειψης αφενός σφαιρικών ιατρικών γνώσεων και αφετέρου ιατρικής παιδείας.
Η διαταραχή άγχους ασθένειας (παλιότερα ονομαζόταν υποχονδρίαση) χαρακτηρίζεται από την επίμονη ενασχόληση του ατόμου με την πιθανότητα να πάσχει από σοβαρή νόσο ή να εκδηλώσει σοβαρή νόσο (π.χ. καρκίνος, σκλήρυνση κατά πλάκας, AIDS).
Σωματικά συμπτώματα δεν υπάρχουν ή αν υπάρχουν εμφανίζουν ήπια ένταση. Αν κάποια σωματική νόσος είναι παρούσα ή υπάρχει υψηλός κίνδυνος για την εκδήλωση σωματικής νόσου (π.χ. οικογενειακό ιστορικό), η ενασχόληση είναι εμφανώς υπερβολική ή δυσανάλογη σε σχέση με την αντικειμενική πραγματικότητα. Το πάσχον άτομο βιώνει υψηλά επίπεδα άγχους και βρίσκεται σε διαρκή υπερεπαγρύπνηση σχετικά με την κατάσταση της υγείας του. Υπερβολικές συμπεριφορές που σχετίζονται με την υγεία (π.χ. επαναλαμβανόμενοι έλεγχοι στο σώμα για σημεία της νόσου) ή δυσπροσαρμοστικές αποφυγές (π.χ. αποφυγή σωματικής δραστηριότητας) είναι παρούσες.
Η νόσος, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της ενασχόλησης του ατόμου μπορεί να είναι σταθερή ή να διαφοροποιείται στη διάρκεια του χρόνου. Άλλοτε το πάσχον άτομο αναζητά ιατρική φροντίδα (με σκοπό να διαγνωστεί και να λάβει την απαιτούμενη θεραπεία) και άλλοτε όχι (προτιμά να ζει με την αμφιβολία, φοβούμενο τη διάγνωση της νόσου από την οποία ανησυχεί ότι πάσχει). Η διαταραχή προκαλεί σημαντικού βαθμού δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα σε ποικίλα πεδία της καθημερινής ζωής.
Η διαταραχή μετατροπής ή διαταραχή λειτουργικών νευρολογικών συμπτωμάτων (παλιότερα ονομαζόταν υστερία επειδή οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι οφειλόταν σε πάθηση της “υστέρας”, δηλαδή της μήτρας) χαρακτηρίζεται από την παρουσία συμπτωμάτων, τα οποία ωστόσο συνοδεύονται από κλινικά ευρήματα που παρέχουν στοιχεία ασυμφωνίας ανάμεσα στα συμπτώματα και τις μέχρι σήμερα αναγνωρισμένες νευρολογικές ή άλλες σωματικές νόσους.
Τα εμφανιζόμενα συμπτώματα αφορούν την εκούσια κινητικότητα ή τις αισθητηριακές λειτουργίες (όραση, ακοή, όσφρηση, γεύση, αφή) και προκαλούν σημαντικού βαθμού δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις αντί δυσφορίας μπορεί να παρατηρηθεί ένα είδος απάθειας που αποκαλείται “ωραία αδιαφορία” (la belle indifference). Η αντίδραση αυτή δεν είναι παθογνωμονική της διαταραχής, καθώς είναι πιθανό να εμφανιστεί σε ποικίλες ιατρικές καταστάσεις, ως αποτέλεσμα άρνησης ή στωικότητας.
Συνήθεις κλινικές εκδηλώσεις της διαταραχής μετατροπής είναι οι εξής:
- αδυναμία ή παράλυση (π.χ. ενός άκρου).
- μη κανονική κινητικότητα (π.χ. αταξία).
- δυσκαταποσία.
- διαταραχή της ομιλίας (π.χ. αλαλία).
- διαταραχή κάποιας αίσθησης (π.χ. τύφλωση).
- κρίσεις (π.χ. σπασμοί δίκην επιληπτικής κρίσης).
- απώλεια της συνείδησης.
Η διαταραχή χαρακτηρίζεται ως οξεία όταν η διάρκειά της είναι μικρότερη των έξι μηνών και χρόνια όταν ξεπερνά το εξάμηνο. Μπορεί να σχετίζεται με την ύπαρξη κάποιας ψυχοπιεστικής κατάστασης, χωρίς ωστόσο αυτό να είναι απαραίτητο. Υπάρχουν απεικονιστικές ενδείξεις ότι η διαταραχή μετατροπής (η οποία μέχρι πριν λίγα χρόνια αποδιδόταν αμιγώς σε ψυχολογικούς μηχανισμούς) συνδέεται με δυσλειτουργία ραβδο-θαλαμο-φλοιωδών εγκεφαλικών κυκλωμάτων που ελέγχουν την αισθητικοκινητικότητα και την εκούσια συμπεριφορά. Είναι αυτονόητο ότι για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει να αποκλειστεί κάθε πιθανότητα να αποδοθεί η συμπτωματολογία σε σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή. Η διαταραχή μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, συνήθως όμως εκδηλώνεται κατά την εφηβεία ή τη νεαρή ενήλικη ζωή.
Η τεχνητή διαταραχή (factitious disorder), γνωστή και ως σύνδρομο Munchausen, χαρακτηρίζεται από την ανάληψη από το πάσχον άτομο του ρόλου του ασθενούς μέσω α) προσποίησης σωματικών ή ψυχολογικών συμπτωμάτων ή σημείων, β) παραποίησης αντικειμενικών ιατρικών δεδομένων ή γ) πρόκλησης τραυματισμού ή ασθένειας.
Για παράδειγμα, ο ασθενής μπορεί να δώσει ψευδές ιστορικό ή να προσποιείται ότι πονάει, ότι έχει αυξημένα αντανακλαστικά ή ότι έχει έντονο βήχα ή παραισθήσεις. Μπορεί, επίσης, να αλλοιώνει τις θερμομετρικές ενδείξεις (π.χ. τρίβοντας το θερμόμετρο) ή να αλλάζει τα μπουκαλάκια με το αίμα ή τα ποτηράκια με τα ούρα με εκείνα άλλων ασθενών, ώστε τα αποτελέσματα των εξετάσεών του να είναι παθολογικά. Είναι επιπλέον πιθανό να αυτοτραυματίζεται, να αυτομολύνεται ή να λαμβάνει υπερβολικές ποσότητες φαρμάκων με σκοπό να προκαλεί στον εαυτό του παρενέργειες. Συμπερασματικά το πάσχον άτομο προσπαθεί συνειδητά να δείχνει ότι είναι ή να είναι άρρωστο, με στόχο να εξαπατήσει, αφενός τους επαγγελματίες υγείας και αφετέρου το περιβάλλον του.
Χαρακτηριστικό της διαταραχής είναι ότι η συμπεριφορά του πάσχοντος δεν συνοδεύεται από δευτερογενές όφελος (π.χ. οικονομικό ή νομικό). Αντιθέτως, το κίνητρο φαίνεται ότι είναι η αναζήτηση της διαπροσωπικής επαφής και η κάλυψη συναισθηματικών αναγκών (πρωτογενές όφελος), μέσω όμως της υιοθέτησης δυσπροσαρμοστικών, ψυχολογικά ανώριμων και εν κατακλείδι παθολογικών συμπεριφορών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η επίσημη μετάφραση της διαταραχής στην ελληνική γλώσσα είναι “διαταραχή προσποίησης”, όρος που ωστόσο δεν είναι σωστός, καθώς ο ασθενής μπορεί να μην προσποιείται αλλά να έχει αυτοπροκαλέσει μια αληθινή παθολογική σωματική κατάσταση (π.χ. αυτοτραυματισμός, αυτομόλυνση).
Ο δια βίου επιπολασμός της διαταραχής σωματικών συμπτωμάτων και της διαταραχής άγχους ασθένειας υπολογίζεται σε περίπου 5% για κάθε μία από αυτές (αυτό σημαίνει ότι 1 στους 10 ανθρώπους αναμένεται να εμφανίσει συμπτώματα της μιας ή της άλλης διαταραχής σε κάποια περίοδο της ζωής του). Αντίθετα η διαταραχή μετατροπής και η τεχνητή διαταραχή είναι εξαιρετικά σπάνιες.
Η διαταραχή σωματικών συμπτωμάτων και η διαταραχή άγχους ασθένειας φαίνεται πως έχουν πολυπαραγοντική αιτιοπαθογένεια. Σε βιολογικό επίπεδο οι κλινικές ομοιότητες με τις διαταραχές του ιδεοψυχαναγκαστικού φάσματος και η συχνή συνύπαρξη καταθλιπτικών συμπτωμάτων συνηγορούν υπέρ πιθανής δυσλειτουργίας κυρίως του σεροτονινεργικού συστήματος. Ψυχολογικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως η καταθλιπτικότητα, το άγχος, η καταναγκαστικότητα και η καχυποψία πιθανώς προδιαθέτουν στην εκδήλωση και διατήρηση των διαταραχών, ενώ παρόμοια επίδραση φαίνεται πως έχουν διάφορες ψυχοπιεστικές καταστάσεις (π.χ. σοβαρό πρόβλημα υγείας ή θάνατος προσφιλούς προσώπου).
Η διαταραχή μετατροπής αποδίδεται παραδοσιακά σε σωματοποίηση ασυνείδητων εσωτερικών συγκρούσεων που δεν αντιρροπούνται αποτελεσματικά από τους ψυχολογικούς μηχανισμούς άμυνας και ως εκ τούτου η αιτιολογία της θεωρείται συνήθως αμιγώς ψυχολογική. Ωστόσο, πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα παρέχουν ενδείξεις δυσλειτουργίας ραβδο-θαλαμο-φλοιωδών εγκεφαλικών κυκλωμάτων, που ελέγχουν την αισθητικοκινητικότητα και την εκούσια συμπεριφορά.
Τέλος, ο συνδυασμός έκφρασης ανώριμων στοιχείων της προσωπικότητας και υιοθέτησης μαθημένων δυσπροσαρμοστικών συμπεριφορών φαίνεται ότι προδιαθέτει στην εκδήλωση της τεχνητής διαταραχής.
Η αντιμετώπιση της διαταραχής σωματικών συμπτωμάτων και της διαταραχής άγχους ασθένειας είναι φαρμακευτική ή/και ψυχοθεραπευτική. Φάρμακα εκλογής αποτελούν οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), ενώ προτεινόμενη ψυχοθεραπεία είναι συνήθως η Γνωσιακή-Συμπεριφορική (CBT).
Για τη διαταραχή μετατροπής δεν υπάρχει μέχρι σήμερα γνωστή αποτελεσματική θεραπεία. Αγχολυτικές φαρμακευτικές ουσίες και διαφόρων ειδών ψυχοθεραπευτικές τεχνικές χρησιμοποιούνται με ποικίλα αποτελέσματα. Αναφέρεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως βοηθά η εφαρμογή εναλλακτικών θεραπειών (π.χ. ύπνωση), κάτι που ωστόσο δεν έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά.
Αμφιλεγόμενη είναι, επίσης, η αντιμετώπιση της τεχνητής διαταραχής. Σε ένα πρώτο στάδιο προτείνεται μια εναισθητική προσέγγιση με στόχο την εγκατάσταση καλής θεραπευτικής σχέσης και την ψυχολογική υποστήριξη του πάσχοντος ατόμου, ενώ σε ένα δεύτερο στάδιο συνιστάται σταδιακά μια εποικοδομητική αντιπαράθεση με τον/την ασθενή με τη χρήση αποδεικτικών στοιχείων με σκοπό την παροχή εναισθησίας και την τροποποίηση των δυσπροσαρμοστικών συμπεριφορών.
