Εμμονικές - Καταναγκαστικές Διαταραχές
Στο ιδεοψυχαναγκαστικό φάσμα ανήκουν οι διαταραχές, στην κλινική εικόνα των οποίων προεξάρχουν οι ιδεοληψίες ή/και οι καταναγκασμοί. Αυτές είναι α) η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, β) η διαταραχή σωματικής δυσμορφίας, γ) η διαταραχή παρασυσσώρευσης, δ) η τριχοτιλλομανία και ε) η δερματιλλομανία.
Οι ιδεοληψίες είναι επαναλαμβανόμενες και επίμονες σκέψεις, ενορμήσεις ή εικόνες που βιώνονται ως παρεισφρητικές και ανεπιθύμητες (παράγονται δηλαδή από τον εγκέφαλο παρά τη θέλησή μας) και οι οποίες συνήθως προκαλούν σημαντικό άγχος ή δυσφορία. Συνήθως το πάσχον άτομο προσπαθεί να τις αγνοήσει, να τις καταστείλει ή να τις “εξουδετερώσει”. Συνήθη είδη ιδεοληψιών είναι τα εξής:
- Μόλυνσης.
- Παθολογικής αμφιβολίας.
- Τάξης – Συμμετρίας – Θέσης – Ακρίβειας.
- Aκατάλληλης – Ανάρμοστης – Ανήθικης σκέψης ή συμπεριφοράς.
- Πρόκλησης κακού (κινδύνου ή σωματικής ή ψυχολογικής βλάβης).
- Μαγικής σκέψης.
Οι καταναγκασμοί είναι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ή νοερές πράξεις, τις οποίες το άτομο αισθάνεται αναγκασμένο να εκτελέσει ως απάντηση σε μια ιδεοληψία ή σύμφωνα με κανόνες οι οποίοι πρέπει να εφαρμοστούν αυστηρά. Οι συμπεριφορές ή οι νοερές πράξεις αποβλέπουν στην αποφυγή/μείωση της δυσφορίας ή στην αποτροπή κάποιας απευκταίας κατάστασης, ωστόσο δεν συνδέονται με ρεαλιστικό τρόπο με αυτό για το οποίο έχουν σχεδιαστεί να εξουδετερώνουν ή να αποτρέπουν ή είναι σαφώς υπερβολικές. Συνήθη είδη καταναγκασμών είναι τα εξής:
- Καθαριότητας.
- Ελέγχου.
- Τακτοποίησης – Ταξινόμησης – Ακρίβειας.
- Επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (Επαναλήψεις).
- Συγκεκριμένες συμπεριφορές (Κανόνες – Τελετουργίες).
- Λεκτικοί καταναγκασμοί.
- Νοητικοί καταναγκασμοί.
- Διαβεβαιώσεις.
Οι ιδεοληψίες είναι σκέψεις οι οποίες διέπονται από ξεκάθαρη υπερβολή ή/και έλλειψη ρεαλισμού, ενώ παράλληλα δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχο του ατόμου που τις βιώνει (είναι σαν ο εγκέφαλος να αυτενεργεί, είναι σκέψεις που παράγονται στον εγκέφαλο του ατόμου παρά τη θέλησή του, είναι σκέψεις που το άτομο συνήθως κατανοεί ότι είναι παράλογες αλλά δεν μπορεί να τις καταστείλει –σταδιακά είναι πιθανό οι ιδεοληψίες να εδραιωθούν, να εγκατασταθούν και να γίνουν αποδεκτές από τον/την ασθενή ως φυσιολογικές σκέψεις).
Οι καταναγκασμοί είναι ξεκάθαρα υπερβολικές ή/και μη ρεαλιστικές συμπεριφορές που το άτομο πραγματοποιεί, παρά το γεγονός ότι συνήθως συνειδητοποιεί ότι είναι παράλογες, ώστε να αποφορτιστεί από το άγχος από το οποίο κατακλύζεται (όσο το άτομο προσπαθεί να αντισταθεί στον καταναγκασμό αισθάνεται έντονη δυσφορία με συνέπεια τελικά να παραιτείται της προσπάθειας αντίστασης και να ενδίδει στην παθολογική συμπεριφορά –σταδιακά είναι πιθανό οι καταναγκασμοί να εδραιωθούν, να εγκατασταθούν και να εκδηλώνονται αυτοματοποιημένα, δίχως προσπάθεια αντίστασης, ώστε να αποφεύγεται η φάση της δυσφορίας).
Οι προλήψεις (δεισιδαιμονίες) και οι συμπεριφορές που τις ακολουθούν ίσως μοιάζουν ορισμένες φορές με τις ιδεοληψίες και τους επακόλουθους καταναγκασμούς (π.χ. ένας άνθρωπος βλέπει μια μαύρη γάτα και εν συνεχεία σταυρώνει τα δάχτυλά του για να “ξορκίσει” την κακοτυχία), ωστόσο αποτελούν μια εντελώς διαφορετική κατάσταση και δεν συνιστούν ψυχοπαθολογία. Κάποιες διαφορές προλήψεων και ιδεοληψιών είναι οι εξής:
- Οι προλήψεις είναι πεποιθήσεις, η πίστη στις οποίες αποτελεί επιλογή του ατόμου, σε αντίθεση με τις ιδεοληψίες οι οποίες είναι παρείσακτες και ανεπιθύμητες σκέψεις, εικόνες ή ενορμήσεις που εισβάλλουν στο μυαλό παρά τη θέληση του πάσχοντος και βιώνονται ως “ξένες” και μη ελεγχόμενες.
- Οι προλήψεις αποτελούν πολιτισμικό στοιχείο και ανεξάρτητα από το βαθμό αποδοχής που έχουν από το κάθε άτομο είναι καθολικά γνωστές, σε αντίθεση με τις ιδεοληψίες που δεν είναι συμβατές με το πολιτισμικό πλαίσιο και δεν γίνονται αποδεκτές ως συνήθεις από το κοινωνικό σύνολο.
- Οι προλήψεις απασχολούν το άτομο περιστασιακά και υπό συγκεκριμένες συνθήκες (π.χ. όταν περάσει κάτω από μια σκάλα ή όταν δει τον αριθμό 13) σε αντίθεση με τις ιδεοληψίες που είναι συχνές, επαναλαμβανόμενες και εμφανίζονται συνήθως σε ποικίλες καταστάσεις της καθημερινότητας.
- Οι προλήψεις δεν προκαλούν σημαντική δυσφορία ή δυσλειτουργικότητα σε αντίθεση με τις ιδεοληψίες που είναι “βασανιστικές” και επηρεάζουν σοβαρά τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής του ατόμου.
Πρόκειται για μια ψυχιατρική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την εκδήλωση ιδεοληψιών ή/και καταναγκασμών που είναι χρονοβόρες/οι (απασχολούν συνολικά το άτομο περισσότερο από μια ώρα το 24ωρο) ή/και προκαλούν σημαντική δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα σε ένα ή περισσότερα πεδία της καθημερινής ζωής (π.χ. αυτοφροντίδα, αυτοδιαχείριση, εκπαίδευση, εργασία, διαπροσωπικές σχέσεις, κοινωνική ζωή, ψυχαγωγία). Απαραίτητος για τη διάγνωση είναι ο αποκλεισμός αιτιολογικής συσχέτισης των κλινικών εκδηλώσεων με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή.
Ο επιπολασμός της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής υπολογίζεται σε περίπου 1,5%. Η διαταραχή εμφανίζεται συνήθως στη νεαρή ενήλικη ζωή (στο ¼ των περιπτώσεων τα πρώτα συμπτώματα παρουσιάζονται στην παιδική ηλικία) και είναι ελαφρώς συχνότερη στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες.
Συνήθως κατά την έναρξη της διαταραχής οι κλινικές εκδηλώσεις είναι ήπιες και σταδιακά επιδεινώνονται σε ένταση, διάρκεια και συχνότητα. Σπανιότερα η έναρξη της διαταραχής μπορεί να είναι οξεία. Η έγκαιρη διάγνωση αυξάνει τις πιθανότητες ικανοποιητικής θεραπείας, ενώ επί χρονιότητας η διαταραχή είναι ανθεκτικότερη και η αντιμετώπισή της δυσχερέστερη.
Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή εκτιμάται πως έχει κυρίως βιολογική βάση, οφείλεται δηλαδή σε εγκεφαλική δυσλειτουργία. Οι εγκεφαλικές δομές που φαίνεται περισσότερο να ενέχονται στην αιτιοπαθογένεια της διαταραχής είναι ο προμετωπιαίος φλοιός, ο φλοιός του πρόσθιου προσαγωγίου και το ραβδωτό σώμα, ενώ το νευροδιαβιβαστικό σύστημα που δυσλειτουργεί είναι κατά κύριο λόγο το σεροτονινεργικό (είναι δηλαδή παθολογική η νευροδιαβίβαση της σεροτονίνης).
Κάποια χαρακτηριστικά της προσωπικότητας (π.χ. καταθλιπτικότητα, άγχος, τελειοθηρία, υπερυπευθυνότητα, εσωστρέφεια) ενισχύουν την πιθανότητα εκδήλωσης της διαταραχής, ενώ ψυχοπιεστικές καταστάσεις (π.χ. απώλεια, έλλειψη, απειλή, απόρριψη, αλλαγή, αποτυχία, σύγκρουση, ψυχοτραυματική εμπειρία) είναι πιθανό να δράσουν ως εκλυτικοί παράγοντες σε άτομα με προδιάθεση.
Επιπλέον, έχει ανευρεθεί ότι η εμφάνιση της οξείας έναρξης ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής σε παιδιά συσχετίζεται με ποικιλία λοιμογόνων παραγόντων και σε ορισμένες περιπτώσεις με την εκδήλωση μεταλοιμώδους αυτοάνοσου συνδρόμου.
Η θεραπεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής αποτελεί συχνά μια δύσκολη και επίπονη διαδικασία που απαιτεί εξειδίκευση και λεπτούς θεραπευτικούς χειρισμούς. Συνήθως, προτείνεται συνδυασμός φαρμακοθεραπείας και ψυχοθεραπείας.
Οι φαρμακευτικές ουσίες που κατά προτεραιότητα χρησιμοποιούνται είναι οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (εσιταλοπράμη, παροξετίνη, σερτραλίνη, σιταλοπράμη, φλουβοξαμίνη, φλουοξετίνη). Σε ανθεκτικές περιπτώσεις που δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στους SSRIs δύναται να χορηγηθεί τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό (κλομιπραμίνη) ή να προστεθεί στη φαρμακευτική αγωγή χαμηλή δόση αντιψυχωτικού (π.χ. αμισουλπρίδη, αριπιπραζόλη, ρισπεριδόνη, κουετιαπίνη, ολανζαπίνη).
Η επιλογή των κατάλληλων φαρμάκων πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον ασθενή και καθορίζεται από τις κλινικές εκδηλώσεις του ασθενή, το ιστορικό του, τη σωματική του κατάσταση, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Συνήθως απαιτείται μακροχρόνια φαρμακοθεραπεία, λόγω του υψηλού κινδύνου υποτροπής.
Η ψυχοθεραπεία έχει ισχυρή ένδειξη στην αντιμετώπιση της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, καθώς συντελεί σημαντικά, τόσο στην επίτευξη, όσο και στη διατήρηση του θεραπευτικού αποτελέσματος. Ψυχοθεραπεία εκλογής είναι η συμπεριφορική ψυχοθεραπεία, κατά την οποία πραγματοποιούνται, σταδιακά αυξανόμενης δυσκολίας ασκήσεις έκθεσης και αποφυγής της απάντησης (ο ασθενής εκτίθεται στην ιδεοληψία και αντιστέκεται στον καταναγκασμό -με τη βοήθεια του ψυχοθεραπευτή όταν αυτό χρειάζεται- με αποτέλεσμα τα αρχικά υψηλά επίπεδα άγχους βαθμιαία να υποχωρούν μέσω του μηχανισμού της εξοικείωσης και η καταναγκαστική συμπεριφορά και κατ’ επέκταση η ιδεοληψία να “αποδυναμώνονται”).
Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή είναι συχνά μια “βασανιστική” νόσος, λόγω της σημαντικής δυσφορίας ή/και δυσλειτουργικότητας που προκαλεί. Πολλές φορές οι άνθρωποι που πάσχουν από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή υποφέρουν, καθώς βιώνουν υψηλά επίπεδα άγχους και σοβαρούς περιορισμούς σε διάφορους τομείς της καθημερινότητάς τους, που ελαττώνουν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργικότητά τους και την ποιότητα της ζωής τους. Συνεπεία των ιδεοληψιών ή/και των καταναγκασμών μπορεί να δυσκολεύονται να φροντίσουν τον εαυτό τους, να αυτοεξυπηρετηθούν, να εκπαιδευτούν, να εργαστούν, να ψυχαγωγηθούν ή να δημιουργήσουν διαπροσωπικές σχέσεις.
Η επικινδυνότητα των ασθενών με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή έγκειται στην πιθανότητα εκδήλωσης αυτοκτονικότητας. Εκτιμάται ότι το 25-50% των ασθενών με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή εμφανίζουν αυτοκτονικό ιδεασμό σε κάποια φάση της ζωής τους, ενώ το 10-25% επιχειρεί έστω μια φορά να αυτοκτονήσει. Η αυτοκτονικότητα οφείλεται, είτε στην αδυναμία των ασθενών να αντέξουν τη δυσφορία και τη δυσλειτουργικότητα που προκύπτει από τη νόσο, είτε στην εμφάνιση καταθλιπτικού επεισοδίου.
Συνήθως ναι. Οι περισσότεροι άνθρωποι που πάσχουν από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή κατανοούν το νοσηρό των σκέψεων και των συμπεριφορών τους και αντιλαμβάνονται ότι χρειάζονται ιατρική φροντίδα. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις ασθενών με ιδιαίτερα σοβαρά ή/και χρόνια συμπτώματα, η επίγνωση του νοσηρού σταδιακά χάνεται και η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή προσδιορίζεται ως “με ελλιπή εναισθησία” ή “χωρίς εναισθησία”.
Η διαταραχή σωματικής δυσμορφίας χαρακτηρίζεται από ενασχόληση του πάσχοντος ατόμου με ένα ή περισσότερα ελαττώματα στη φυσική εμφάνιση που δεν είναι αντικειμενικά παρατηρήσιμα ή αν είναι, φαίνονται ήπια/ασήμαντα στους άλλους (π.χ. σημάδια, ρυτίδες, ουλές, μέγεθος ή σχήμα σημείων του προσώπου ή του σώματος, αραίωση τριχών ή τριχοφυΐα, ασυμμετρίες). Ως απάντηση στις ανησυχίες σχετικά με την εμφάνιση, αναπτύσσονται διαφόρων ειδών επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (π.χ. το άτομο κοιτάζεται διαρκώς στον καθρέφτη, μπορεί να χρησιμοποιεί έντονο φωτισμό ή μεγεθυντικό φακό για λεπτομερή παρατήρηση, τοποθετεί συνέχεια μακιγιάζ για να καλύψει το υποτιθέμενο πρόβλημα, ζητά διαρκώς διαβεβαιώσεις για το κατά πόσο αυτό είναι ή δεν είναι εμφανές) ή νοερές πράξεις (π.χ. το άτομο συγκρίνει διαρκώς στο μυαλό του την εμφάνισή του με εκείνη άλλων ανθρώπων).
Οι κλινικές εκδηλώσεις συνοδεύονται από σημαντική δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα σε ένα ή περισσότερα πεδία της καθημερινής ζωής (π.χ. αυτοφροντίδα, αυτοδιαχείριση, εκπαίδευση, εργασία, διαπροσωπικές σχέσεις, κοινωνική ζωή, ψυχαγωγία). Απαραίτητος για τη διάγνωση είναι ο αποκλεισμός αιτιολογικής συσχέτισης των συμπτωμάτων με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή. Η διαταραχή εμφανίζεται περίπου στο 2% των ανθρώπων και είναι ελαφρώς συχνότερη στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, συνήθως ωστόσο εκδηλώνεται κατά την εφηβεία ή τη νεαρή ενήλικη ζωή. Η εναισθησία (επίγνωση του νοσηρού) των ασθενών ποικίλλει (καμία, “πτωχή”, ικανοποιητική).
Η αιτιολογία της διαταραχής σωματικής δυσμορφίας εκτιμάται ότι είναι πολυπαραγοντική. Αυτό σημαίνει ότι βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοπολιτισμικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και συντελούν στην εκδήλωσή της. Μελέτες έχουν δείξει ότι η διαταραχή σωματικής δυσμορφίας εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα με κληρονομικό ιστορικό ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, πιθανώς επομένως υπάρχει συσχέτιση των δύο διαταραχών και συμμετοχή παρόμοιων παθογενετικών μηχανισμών (π.χ. δυσλειτουργία του σεροτονινεργικού συστήματος). Επιπλέον, ορισμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας όπως η τελειοθηρία και η εσωστρέφεια, φαίνεται ότι δρουν προδιαθεσικά ενώ ψυχοπιεστικές καταστάσεις (π.χ. απώλεια, έλλειψη, απειλή, απόρριψη, αλλαγή, αποτυχία, σύγκρουση, ψυχοτραυματική εμπειρία) μπορεί να διαδραματίσουν εκλυτικό ρόλο. Τέλος, τα κοινωνικά και πολιτισμικά πρότυπα περί καλαισθησίας είναι πιθανό να συμβάλλουν στην εκδήλωση της διαταραχής.
Η διαταραχή σωματικής δυσμορφίας προκαλεί σημαντική δυσφορία και σοβαρή δυσλειτουργικότητα. Το ανύπαρκτο ή ασήμαντο πρόβλημα στη φυσική εμφάνιση μεγαλοποιείται και κυριεύει νοητικά και συναισθηματικά το πάσχον άτομο. Υπερβολικός χρόνος και ψυχικές δυνάμεις καταναλώνονται στην ενασχόληση με αυτό, με συνέπεια την παραμέληση σημαντικών καθημερινών υποχρεώσεων (π.χ. σπουδές, εργασία, ανατροφή παιδιών), ενώ τα αρνητικά συναισθήματα (π.χ. θλίψη, ντροπή) συντελούν στον περιορισμό των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων και των διαπροσωπικών σχέσεων, που σε κάποιες περιπτώσεις δύναται να λάβει ακραίες διαστάσεις (κοινωνική απόσυρση-απομόνωση).
Συχνό φαινόμενο είναι η αναζήτηση ακατάλληλης ιατρικής βοήθειας από δερματολόγους, ορθοδοντικούς, γναθοχειρουργούς ή πλαστικούς χειρουργούς. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι (μη αναγκαίες) χειρουργικές επεμβάσεις (οι οποίες ωστόσο ορισμένες φορές για διάφορους λόγους δυστυχώς πραγματοποιούνται) δεν επιλύουν το πρόβλημα, καθώς συνήθως οι ασθενείς μένουν ανικανοποίητοι από το αποτέλεσμα, “ανακαλύπτουν” νέες ατέλειες και απαιτούν επανεπέμβαση για επιπλέον “διόρθωση” του προβλήματος ή κινούνται νομικά εναντίον των ιατρών. Είναι ιδιαίτερα σημαντική η ευαισθητοποίηση και ενημέρωση των επαγγελματιών υγείας των σχετικών ειδικοτήτων, ώστε να αναγνωρίζουν την ψυχιατρική συμπτωματολογία και να καθοδηγούν ανάλογα τους ασθενείς.
Επί σοβαρής ή χρόνιας συμπτωματολογίας είναι πιθανή η εκδήλωση καταθλιπτικού επεισοδίου, ενώ ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όσον αφορά την εμφάνιση αυτοκτονικού ιδεασμού, ο οποίος είναι συχνότερος όταν το υποτιθέμενο σωματικό ελάττωμα βρίσκεται σε εμφανές σημείο, ιδίως στο πρόσωπο.
Η αντιμετώπιση της διαταραχής σωματικής δυσμορφίας είναι τόσο φαρμακευτική όσο και ψυχοθεραπευτική. Φαρμακευτικές ουσίες εκλογής είναι οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (εσιταλοπράμη, παροξετίνη, σερτραλίνη, σιταλοπράμη, φλουβοξαμίνη, φλουοξετίνη), ενώ σε ανθεκτικές περιπτώσεις δύναται να χορηγηθεί τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό (κλομιπραμίνη) ή να προστεθούν στο φαρμακευτικό σχήμα χαμηλές δόσεις αντιψυχωτικού (αμισουλπρίδη, αριπιπραζόλη, ρισπεριδόνη, κουετιαπίνη, ολανζαπίνη). Ψυχοθεραπευτικά εφαρμόζονται προγράμματα που συνδυάζουν ψυχοεκπαίδευση, γνωσιακή αναδόμηση και συμπεριφορικές τεχνικές (Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία). Ο συνδυασμός φαρμακοθεραπείας και ψυχοθεραπείας φαίνεται πως είναι αποτελεσματικότερος της μονοθεραπείας, καθώς αφενός ομαλοποιείται η εγκεφαλική νευροδιαβίβαση και αφετέρου ενισχύονται η εναισθησία (η επίγνωση δηλαδή του νοσηρού) και οι δεξιότητες διαχείρισης της κατάστασης από τον/την ασθενή.
Η διαταραχή παρασυσσώρευσης χαρακτηρίζεται από επίμονη δυσκολία από το πάσχον άτομο απόρριψης ή αποχωρισμού υπαρχόντων, ανεξάρτητα από την πραγματική τους αξία, λόγω αισθήματος ανάγκης αποθήκευσης των αντικειμένων και δυσφορίας που συνδέεται με την απόρριψη ή τον αποχωρισμό τους. Η συσσώρευση υπαρχόντων οδηγεί σταδιακά σε υπερπλήρωση ή/και ακαταστασία ενεργών ζωτικών χώρων και ουσιαστικά η χρήση των αντικειμένων υποβαθμίζεται. Πιθανή απουσία υπερπλήρωσης ή/και ακαταστασίας ενεργών ζωτικών χώρων οφείλεται σε παρέμβαση άλλων ατόμων. Η διαταραχή συνοδεύεται από σημαντική δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα. Η διάγνωση απαιτεί τον αποκλεισμό αιτιολογικής συσχέτισης της συμπτωματολογίας με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή. Η εναισθησία (επίγνωση του νοσηρού) των ασθενών ποικίλλει (καμία, “πτωχή”, ικανοποιητική).
Η αντιμετώπιση της διαταραχής παρασυσσώρευσης είναι τόσο φαρμακευτική όσο και ψυχοθεραπευτική. Φαρμακευτικές ουσίες εκλογής είναι οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (εσιταλοπράμη, παροξετίνη, σερτραλίνη, σιταλοπράμη, φλουβοξαμίνη, φλουοξετίνη), ενώ σε ανθεκτικές περιπτώσεις δύναται να χορηγηθεί τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό (κλομιπραμίνη) ή να προστεθούν στο φαρμακευτικό σχήμα χαμηλές δόσεις αντιψυχωτικού (αμισουλπρίδη, αριπιπραζόλη, ρισπεριδόνη, κουετιαπίνη, ολανζαπίνη). Ψυχοθεραπευτικά εφαρμόζονται προγράμματα που συνδυάζουν ψυχοεκπαίδευση, γνωσιακή αναδόμηση και συμπεριφορικές τεχνικές (Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία). Συχνά απαιτείται η κατ’ οίκον συνδρομή κάποιου ειδικού ψυχικής υγείας για την απόρριψη και την τακτοποίηση των αντικειμένων, ενώ κάποιες φορές πολύτιμη είναι η παρέμβαση των Κοινωνικών Υπηρεσιών. Ο συνδυασμός φαρμακοθεραπείας και ψυχοθεραπείας φαίνεται πως είναι αποτελεσματικότερος της μονοθεραπείας, καθώς αφενός ομαλοποιείται η εγκεφαλική νευροδιαβίβαση και αφετέρου ενισχύονται η εναισθησία (η επίγνωση δηλαδή του νοσηρού) και οι δεξιότητες διαχείρισης της κατάστασης από τον/την ασθενή.
Η τριχοτιλλομανία χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενο τράβηγμα των μαλλιών που έχει ως συνέπεια απώλεια μαλλιών. Το πάσχον άτομο πραγματοποιεί προσπάθειες μείωσης ή διακοπής του τραβήγματος των μαλλιών, χωρίς ωστόσο ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Η διαταραχή συνοδεύεται από σημαντική δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα. Η διάγνωση απαιτεί τον αποκλεισμό αιτιολογικής συσχέτισης της συμπτωματολογίας με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή. Η θεραπεία της τριχοτιλλομανίας είναι τόσο φαρμακευτική (συνήθως με τη χρήση SSRIs ή κλομιπραμίνης) όσο και ψυχοθεραπευτική (Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία).
Η δερματιλλομανία χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενη ενασχόληση με το δέρμα που έχει ως συνέπεια την πρόκληση δερματικών βλαβών. Το πάσχον άτομο πραγματοποιεί προσπάθειες μείωσης ή διακοπής της βλαπτικής ενασχόλησης με το δέρμα, χωρίς ωστόσο ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Η διαταραχή συνοδεύεται από σημαντική δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα. Η διάγνωση απαιτεί τον αποκλεισμό αιτιολογικής συσχέτισης της συμπτωματολογίας με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή. Η θεραπεία της δερματιλλομανίας είναι τόσο φαρμακευτική (συνήθως με τη χρήση SSRIs ή κλομιπραμίνης) όσο και ψυχοθεραπευτική (Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία).
