Διαταραχές Άγχους
Ο όρος “άγχος” προέρχεται από το ρήμα “άγχω” που σημαίνει “σφίγγω το λαιμό” (από εκεί προέρχονται και οι λέξεις “αγχόνη” και “απαγχονισμός”).
Το άγχος αποτελεί προϊόν φυσιολογικών διεργασιών του οργανισμού και όταν παρουσιάζεται υπό συνθήκες και εκδηλώνεται κατάλληλα είναι παραγωγικό και επιθυμητό (eustress). Παθολογικό (distress) θεωρείται το άγχος όταν είναι δυσανάλογα έντονο σε σχέση με το αγχογόνο ερέθισμα, εμφανίζεται με υψηλή συχνότητα ή έχει μεγάλη διάρκεια και συνδέεται με σημαντική δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα σε έναν ή περισσότερους τομείς της καθημερινής ζωής (π.χ. αυτοφροντίδα, αυτοδιαχείριση, εκπαίδευση, εργασία, διαπροσωπικές σχέσεις, κοινωνική ζωή, ψυχαγωγία).
Οι βασικές διαταραχές άγχους είναι α) η διαταραχή πανικού, β) η αγοραφοβία, γ) η διαταραχή γενικευμένου άγχους, δ) η διαταραχή κοινωνικού άγχους και ε) οι ειδικές φοβίες.
Η αιτιοπαθογένεια των διαταραχών άγχους είναι πολυπαραγοντική. Αυτό σημαίνει ότι βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους συντελώντας τόσο στην προδιάθεση για την εκδήλωση μιας διαταραχής, όσο και στην πυροδότηση και διατήρηση αυτής. Ο βαθμός κατά τον οποίο οι διαφορετικοί παράγοντες συμμετέχουν στην εμφάνιση της συμπτωματολογίας ποικίλλει.
Σε βιολογικό επίπεδο οι διαταραχές άγχους οφείλονται σε παθολογική νευροδιαβίβαση ποικίλων νευροδιαβιβαστών όπως η σεροτονίνη, η νοραδρεναλίνη και το γ-αμινοβουτυρικό οξύ. Ο ρόλος των γονιδίων φαίνεται ότι είναι σημαντικός στην αγοραφοβία (60%), μέτριος στη διαταραχή πανικού (40%) και στη διαταραχή γενικευμένου άγχους (30%) και σχετικά μικρός στη διαταραχή κοινωνικού άγχους (25%).
Στοιχεία της προσωπικότητας όπως η υπερυπευθυνότητα, η τελειοθηρία, η καταναγκαστικότητα, η ανταγωνιστικότητα, η εσωστρέφεια και η καχυποψία ενισχύουν την πιθανότητα εκδήλωσης διαταραχών άγχους, ενώ ανάλογη επίδραση μπορεί να έχουν διάφορες ψυχοπιεστικές καταστάσεις (π.χ. απώλεια, έλλειψη, απειλή, απόρριψη, αλλαγή, αποτυχία, σύγκρουση).
Ουσιώδης στην ανάπτυξη και εγκατάσταση των διαταραχών άγχους φαίνεται πως είναι επίσης ο ρόλος της μάθησης (κλασικής, συντελεστικής και κοινωνικής).
Οι περιοχές του εγκεφάλου που αλληλεπιδρώντας μεταξύ τους και δημιουργώντας ένα βιολογικό κύκλωμα, φαίνεται να συμμετέχουν στην εκδήλωση των αγχωδών εκδηλώσεων είναι οι εξής: α) η αμυγδαλή, η οποία συντονίζει τη συναισθηματική αντίδραση, β) ο προμετωπιαίος φλοιός, ο οποίος αποτελεί την έδρα των γνωσιακών λειτουργιών (της σκέψης), γ) ο ιππόκαμπος, στον οποίο πραγματοποιείται η διαδικασία της μάθησης και η σύνδεση των εξωτερικών και εσωτερικών ερεθισμάτων με τις συναισθηματικές αντιδράσεις και δ) ο υποθάλαμος και το στέλεχος, που ευθύνονται για τις νευροενδοκρινικές και αυτονομικές εκδηλώσεις και κατά συνέπεια για τις σωματικές αντιδράσεις.
Παράδειγμα
Ερέθισμα: αράχνη.
Μάθηση (ιππόκαμπος): διάβασα για ένα άτομο στο εξωτερικό που το τσίμπησε μια δηλητηριώδης αράχνη και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με σοβαρά συμπτώματα.
Σκέψη (προμετωπιαίος φλοιός): οι αράχνες είναι επικίνδυνες, αν με τσιμπήσει μια αράχνη μπορεί να πεθάνω.
Συναισθηματική αντίδραση (αμυγδαλή): άγχος, αγωνία, φόβος.
Σωματική αντίδραση (υποθάλαμος, στέλεχος): ταχυκαρδία, ταχύπνοια, εφίδρωση, μυϊκή τάση, τρόμος.
Συμπεριφορική αντίδραση: διαφυγή, αγωνιώδης έκκληση σε βοήθεια.
Εκτιμάται ότι περίπου 1 στους 5 ανθρώπους θα εμφανίσει κάποια διαταραχή άγχους κατά τη διάρκεια της ζωής του. Η ειδική φοβία φαίνεται ότι αποτελεί τη συχνότερα εμφανιζόμενη διαταραχή άγχους (6-9%). Ακολουθούν κατά σειρά η διαταραχή κοινωνικού άγχους (2-5%), η διαταραχή πανικού (2-3%), η διαταραχή γενικευμένου άγχους (1-3%) και η αγοραφοβία (2%).
Η κρίση πανικού είναι ένα επεισόδιο αιφνίδιου και έντονου άγχους – φόβου που κορυφώνεται εντός ολίγων λεπτών και κατά τη διάρκεια του οποίου εμφανίζονται κάποια από τα εξής συμπτώματα:
- Αίσθημα παλμών ή ταχυκαρδία.
- Εφίδρωση.
- Τρόμος.
- Αίσθημα δύσπνοιας ή ασφυξίας.
- Αίσθημα πνιγμονής.
- Πόνος στο στήθος ή δυσφορία.
- Ναυτία ή κοιλιακά ενοχλήματα.
- Αίσθημα ζάλης, αστάθεια ή τάση για λιποθυμία.
- Ρίγη ή αίσθημα ζέστης.
- Παραισθησίες (μουδιάσματα ή μυρμηγκιάσματα).
- Φόβος απώλειας του ελέγχου ή επερχόμενης τρέλας.
- Φόβος θανάτου.
- Αποπροσωποίηση ή αποπραγματοποίηση (αίσθηση του εαυτού ή του περιβάλλοντος αντίστοιχα ως “ξένου”, ως μη οικείου).
Η κρίση πανικού δεν είναι νόσος αλλά κλινική εκδήλωση, που μπορεί να παρουσιαστεί στα πλαίσια ποικίλων ψυχικών (π.χ. διαταραχές άγχους, κατάθλιψη, διαταραχές του ψυχωτικού φάσματος, διαταραχή μετατραυματικού στρες) και σωματικών ασθενειών (π.χ. νόσοι του καρδιαγγειακού, αναπνευστικού ή γαστρεντερικού συστήματος) ή υπό την επίδραση ψυχοτρόπων ουσιών. Υγιή άτομα δύναται να εμφανίσουν κρίση πανικού σε συνθήκες έντονου στρες.
Η διαταραχή πανικού είναι μια διαταραχή άγχους κατά την οποία το άτομο βιώνει επαναλαμβανόμενες και απροσδόκητες κρίσεις πανικού. Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει μία τουλάχιστον κρίση πανικού να συνοδεύεται για τουλάχιστον ένα μήνα από α) επίμονη ανησυχία του ατόμου για επιπρόσθετες κρίσεις πανικού ή τις συνέπειές τους (π.χ. απώλεια του ελέγχου, έμφραγμα, τρέλα) ή/και β) δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές που είναι σχετικές με τις κρίσεις πανικού (π.χ. αποφυγές, αναζήτηση ασφαλειών). Παράλληλα, θα πρέπει να αποκλειστεί η αιτιολογική σχέση της συμπτωματολογίας με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή.
Η αγοραφοβία είναι μια διαταραχή άγχους κατά την οποία το άτομο βιώνει έντονο άγχος όταν βρίσκεται μέσα σε πλήθος (π.χ. σε ένα εμπορικό κέντρο σε ώρα αιχμής, σε μια συναυλία ή σε ένα γήπεδο), επισκέπτεται κλειστούς (π.χ. μαγαζιά, θέατρα, κινηματογράφοι, υπόγεια πάρκινγκ) ή ανοικτούς χώρους (π.χ. αγορές/παζάρια), μετακινείται με μέσα μαζικής μεταφοράς (π.χ. μετρό, λεωφορείο, τρένο, πλοίο, αεροπλάνο), αναμένει σε ουρές (π.χ. σε μια δημόσια υπηρεσία, στο ταμείο του super market), μένει μόνο στο σπίτι ή κυκλοφορεί μόνο εκτός του σπιτιού (ή με κάποιο άτομο του οποίου έχει την ευθύνη και από το οποίο αισθάνεται ότι δεν μπορεί να λάβει βοήθεια, π.χ. ένα μικρό παιδί) σε απόσταση που ποικίλλει κατά περίπτωση (π.χ. το άτομο μπορεί να μην μπορεί να βγει καθόλου από το σπίτι, μπορεί να μπορεί να απομακρυνθεί μόνο κατά μερικά τετράγωνα ή να μπορεί να κυκλοφορήσει σε μια ακτίνα κάποιων χιλιομέτρων).
Η συναισθηματική αντίδραση είναι δυσανάλογη της αντικειμενικής “απειλής” και εκλύεται ως αποτέλεσμα σκέψεων ότι α) η διαφυγή ίσως είναι δύσκολη ή/και β) δεν θα υπάρχει διαθέσιμη βοήθεια στην περίπτωση που εκδηλωθούν συμπτώματα πανικού, ανικανότητας ή αμηχανίας. Κατά συνέπεια το άτομο υιοθετεί συμπεριφορές διαφυγής ή αποφυγής ή απαιτεί να έχει πάντα κοντά του κάποιο οικείο πρόσωπο με το οποίο αισθάνεται ασφάλεια. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι πιθανό το άτομο να ανέχεται την αγχογόνο κατάσταση, βιώνοντας ωστόσο υψηλά επίπεδα άγχους.
Η διαταραχή προκαλεί σημαντική δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα σε έναν ή περισσότερους τομείς της καθημερινής ζωής. Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει να αποκλειστεί η αιτιολογική σχέση της συμπτωματολογίας με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή.
Η διαταραχή γενικευμένου άγχους είναι μια διαταραχή άγχους κατά την οποία το άτομο βιώνει μια υπερβολική, μη ελεγχόμενη, μη διαχειρίσιμη ανησυχία (ένα διαρκές overthinking κατά τη διάρκεια του οποίου υπεραναλύονται συνήθως πιθανά ή/και καταστροφολογικά μελλοντικά σενάρια), η οποία είναι σχεδόν καθημερινή, αφορά πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις ή δραστηριότητες και προκαλεί σημαντική δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα σε έναν ή περισσότερους τομείς της καθημερινής ζωής.
Συνήθη συμπτώματα της διαταραχής είναι η νευρικότητα, το αίσθημα αγωνίας, τα “τεντωμένα” νεύρα, η δυσκολία στη συγκέντρωση, το αίσθημα ότι το μυαλό είναι “κενό”, η ευερεθιστότητα, η εύκολη κόπωση, η μυϊκή τάση και οι δυσκολίες στον ύπνο. Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει να αποκλειστεί η αιτιολογική σχέση της συμπτωματολογίας με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή.
Η διαταραχή κοινωνικού άγχους είναι μια διαταραχή άγχους κατά την οποία το άτομο βιώνει σημαντικού βαθμού άγχος για μία ή περισσότερες κοινωνικές καταστάσεις στις οποίες είναι πιθανό να εκτεθεί σε “έλεγχο”, “εξέταση” ή “παρατήρηση” από άλλους. Το άτομο φοβάται ότι θα ενεργήσει με έναν τρόπο που θα οδηγήσει σε αρνητική αξιολόγησή του, με αποτέλεσμα να αισθανθεί ταπείνωση, αμηχανία, απόρριψη ή προσβολή. Η συναισθηματική αντίδραση είναι δυσανάλογη της αντικειμενικής “απειλής” και οδηγεί σε συμπεριφορές διαφυγής ή αποφυγής. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι πιθανό το άτομο να ανέχεται την αγχογόνο κατάσταση, βιώνοντας ωστόσο υψηλά επίπεδα άγχους. Η διαταραχή προκαλεί σημαντική δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα σε έναν ή περισσότερους τομείς της καθημερινής ζωής. Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει να αποκλειστεί η αιτιολογική σχέση της συμπτωματολογίας με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή.
Η ειδική φοβία είναι μια διαταραχή άγχους κατά την οποία το άτομο νιώθει έντονο φόβο κατά την παρουσία συγκεκριμένου ερεθίσματος. Η συναισθηματική αντίδραση εκλύεται άμεσα κατά την έκθεση στον φοβογόνο παράγοντα, είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον αντικειμενικό “κίνδυνο” και οδηγεί σε συμπεριφορές διαφυγής ή αποφυγής (το άτομο προσπαθεί να διαφύγει της φοβογόνου κατάστασης ή να την αποφύγει). Σε κάποιες περιπτώσεις είναι πιθανό το άτομο να ανέχεται το “αντικείμενο” του φόβου, βιώνοντας ωστόσο υψηλά επίπεδα άγχους. Η διαταραχή προκαλεί σημαντική δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα σε έναν ή περισσότερους τομείς της καθημερινής ζωής. Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει να αποκλειστεί η αιτιολογική σχέση της συμπτωματολογίας με σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή. Συνήθη ερεθίσματα που προκαλούν παθολογικό φόβο είναι διάφορα ζώα (π.χ. αράχνες, έντομα, σκύλοι), στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος (π.χ. ύψος, νερό, καταιγίδες), το αίμα, οι ενέσεις, τα τραύματα, τα αεροπλάνα και οι κλειστοί χώροι (π.χ. ανελκυστήρες).
Ένας σημαντικός αριθμός φαρμακευτικών ουσιών είναι διαθέσιμος για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των διαταραχών άγχους. Τα φάρμακα που συνήθως χρησιμοποιούνται είναι οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) και οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και της νοραδρεναλίνης (SNRIs). Άλλες φαρμακευτικές ουσίες που χορηγούνται είναι οι βενζοδιαζεπίνες, η βουσπιρόνη, η προπανολόλη, η πρεγκαμπαλίνη, η γκαμπαπεντίνη ή κάποια αντιψυχωτικά (όπως η κουετιαπίνη ή η ολανζαπίνη) σε χαμηλές δόσεις. Η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου καθορίζεται από το είδος της αγχώδους διαταραχής, τη σωματική κατάσταση του ασθενή, το ιστορικό του, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Η διάρκεια της φαρμακοθεραπείας εξατομικεύεται και εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες όπως το είδος της διαταραχής άγχους, τη βαρύτητα της συμπτωματολογίας και τη συνύπαρξη ή όχι ψυχοθεραπευτικής αντιμετώπισης.
Οι ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες και χρήσιμες στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των διαταραχών άγχους. Η πλέον σύγχρονη, επιστημονικά τεκμηριωμένη και αποτελεσματική ψυχοθεραπεία για τις διαταραχές άγχους είναι η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία η οποία περιλαμβάνει ψυχοεκπαίδευση, τεχνικές χαλάρωσης (τεχνικές αναπνοής και μυοχάλασης), εκπαίδευση στην ανίχνευση των δυσλειτουργικών μοτίβων σκέψης και στη γνωσιακή αναδόμηση, εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων και τεχνικών επίλυσης προβλημάτων και συμπεριφορικές ασκήσεις (π.χ. ελεγχόμενη έκθεση στην αγχογόνο κατάσταση). Η θεραπεία πραγματοποιείται με τη διαρκή συνεργασία θεραπευτή και θεραπευόμενου και διαρκεί περίπου 6-12 μήνες. Στόχος της ψυχοθεραπείας είναι η ύφεση των κλινικών εκδηλώσεων, η αποφυγή πιθανής υποτροπής και η αποκατάσταση της λειτουργικότητας και της ποιότητας ζωής.
Συνήθως προτείνεται ο συνδυασμός φαρμακοθεραπείας και ψυχοθεραπείας, καθώς η φαρμακευτική αγωγή ομαλοποιεί την εγκεφαλική νευροδιαβίβαση και τη βιολογική ανθεκτικότητα του οργανισμού ενώ η ψυχοθεραπεία ενισχύει την ψυχολογική ανθεκτικότητα και εδραιώνει το θεραπευτικό αποτέλεσμα μέσω των γνωσιακών και των συμπεριφορικών παρεμβάσεων.
Οι διαταραχές άγχους είναι συνήθως αντιμετωπίσιμες. Η πλειονότητα των ασθενών εμφανίζει από ικανοποιητική έως πλήρη ύφεση των συμπτωμάτων μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, εφόσον γίνει έγκυρη και έγκαιρη διάγνωση και χορηγηθεί-εφαρμοστεί η ενδεδειγμένη φαρμακοθεραπεία ή/και ψυχοθεραπεία.
